...

...

Η ΣΤΑΜΩ ...... αιχμάλωτη του Ιμπραήμ






Μαύρισε ο τόπος από τα αράπικα λεφούσια.
Ο Πατισάχ πασάς ,ο μεγάλος σουλτάνος του τουρκικού δοβλετιού ,έδωσε διαταγή στον αράπη υποτελή του ,το στρατηγό Ιμπραήμ ,να πνίξει στο αίμα τους ξεσηκωμένους Γκιαούρηδες.
΄΄Ρουθούνι μην αφήσεις.Και αυτής της γης βαλτης φωτιά και κάφ΄την απ’άκρη σ’άκρη.΄΄
Χιλιάδες ο στρατός .Εκατοντάδες τα πλεούμενα ,πλημμύρισαν της Πύλου το λιμάνι.
…………………………………....
Ο Ζάρακας δεν γλίτωσε από τη μανία των σκυλιών.Ένα λεφούσι από κείνα που ρημάζουν και κατάκαγαν το Μοριά ,πέζεψε στην Κρεμαστή.Έρημο το χωριό.Κλειστές οι πόρτες των λίγων σπιτιών,που στάθηκε το κέντρο των Ζαρακίτικων χωριών.Οι κάτοικοι αυτού του χωριού ,μαζί με άλλους πολλούς από χωριά του κάμπου που είχαν ζητήσει σε κείνο το ορεινό χωριό προστασία ,καταφύγανε στον οικισμό Παλιοχώρα που βρίσκεται στο ύψωμα Μπαμπάλα που παρείχε σιγουριά ,λόγω της απόκρυφης και απόκρημνης θέσης ,περιστοιχισμένης από πανύυψηλους βράχους.
Μια μοναδική αθέατη πρόσβαση οδηγούσε εκεί.Κατά τύχη όλων αυτών των κατατρεγμένων,ο εφιάλτης λούφαζε περιμένοντας την ευκαιρία να εκδικηθεί.Ποιους άραγες;
Τα αδέλφια του;Τους συγγενείς και φίλους του,την πατρίδα του;Τους χωριανούς του;Ποιος ήταν ο άνθρωπος αυτός που πήρε στο λαιμό του τόσες ψυχές;
Κατά τα λεγόμενα της μάνας ,που μας διηγιόταν αυτή την ιστορία κι άλλες πολλές ,με την παράκληση σαν μεγαλώσουμε να τις γράψουμε,μην τυχόν και ξεχαστούυν,ο εφιάλτης ήταν κάποιος γερο-Τούρκος ,που τον είχε υπηρέτη του κάποιος Παπαμιχαλόπουλος.
Άραγε αυτός ήταν ,ή κάποιος προσκυνημένος που έδρασε καλυπτόμενος πίσω απ’αυτόν;Υποθέσεις κάνω .Νύχτα οδήγησε εκείνο το μπουλούκι των πεινασμένων λύκων στον απόκρυφο οικισμό.
Νύχτα πέρασαν το πάνω Τούμπαλι ,τη μεγάλη λάκα ,πήραν την κατηφόρα προς Κυπαρίσσι και σε κάποιο αυτής της μεγάλης κατηφοριάς,μπήκανε στο κρυφό μονοπάτι που έβγαζε στην καρδιά του πανύψηλου βουνού ,την Μπαμπάλα,που ανάμεσα σε πανύψηλους βράχους βρισκότανε εκείνος ο οικισμός ,καταφύγιο των κατοίκων της Κρεμαστής και άλλων κατατρεγμένων και κυνηγημένων από το άρμα του θανάτου που έσερνε πίσω του ο αιμοσταγής εκείνος στρατηγός,ο Ιμπραήμ πασάς.
Όλο εκείνο το ανθρωπολόι από γέρους,γριές ,άντρες γυναίκες και παιδιά κραδαίνοντας πάνω από τα κεφάλια τους τα γιαταγάνια ,με σπρωξίματα και γιουχαίσματα που έκαναν το γύρω τόπο να ανατριχιάζει ,που έκανε τα γύρω βουνά να αντιλαλούν το μοιρολόι των μανάδων ,που έκαναν τις κόρες να βρουν γκρεμό να γκρεμιστούν ,το οδήγησαν στη μεγάλη χαράδρα που βρίσκεται ανάμεσα στο ύψωμα της Αγια-Βαρβάρας και στο απέναντι βουνό .
Αυτή την ώρα που ο ήλιος καταπόρφυρος ,αναδυόταν βαθιά στον ορίζοντα ,μέσα στα καταγάλανα νερά του Μυρτώου,άρχισε το μακελειό.Σκοτείνιασε ο ουρανός και ο ουρανός και ο ήλιος κρύφτηκε μες στη μεγάλη εκείνη σκοτεινιά.Άναψαν τα τούρκικα γιαταγάνια ,καθώς τα σφιγμένα κορμιά κατρακύλαγαν το ένα πίσω από το άλλο στο βάθος της βαθιάς εκείνης λαγκάδας.
Α!Ετούτη τη μορφονιά αφέντη μου ,μην τη χαλάσουμε ΄΄είπε ο δήμιος στο σερασχέρη δείχνοντας με το ματωβαμμένο χέρι του τη Στάμω ,που κράταγε σφιχτά στην αγκαλιά της το δωδεκάχρονο αδελφό της τον Αντώνη.΄΄Είναι πολύ γκιουζέλ.Θα χαρεί ο πασάς σαν του την πάμε να την έχει στολίδι στο χαρέμι του κι άπλωσε το χέρι του κείνος ο αδίστακτος φονιάς για να αποσπάσει μέσα από την αγκαλιά της το δωδεκάχρονο παιδί,να του πάρει το κεφάλι.
Η πεντάμορφη Στάμω έριξε όλο της το κορμί πάνω στο κορμάκι του δωδεκάχρονου αδελφού κι έτσι σφιχταγκαλιασμένοι,σαν ένα κουβάρι,κύλησαν κατά γης..
Άδικα προσπάθησαν οι φονιάδες να της τον πάρουν.Ο σερασχέρης που παρακολουθούσε την σκηνή τους έκανε νόημα να σταματήσουν.
Έτσι ,την όμορφη Στάμω ,την Παναρίτη και τον μοναδικό αδερφό της ,τον Αντώνη,τους μπάρκαραν σε ένα πλεούμενο,και από την Πύλο βρέθηκαν στην Αλεξάνδρεια ,συστημένοι για το χαρέμι του μεγάλου πασά.Τη λυγερή τη Στάμω,με την αέρινη κορμοστασιά ,εκείνος ο πασάς τη στόλισε στα μετάξια και τα χρυσαφικά.Την έκανε βασίλισσα του χαρεμιού του.




Φτάσανε τα γαλλικά καράβια στο λιμάνι της Αλεξάνδρειας για να δώσουν και να πάρουν τους ανταλλάξιμους.Ανάμεσα σ’αυτούς ήταν ο μικρός Αντώνης ,που τον είχαν χωρίσει από τη γλυκιά πανέμορφη αδελφή του,κλεισμένος μαζί με άλλους πολλούς σε στρατόπεδο.
Σαν έπεσε στ’αυτί της Στάμως εκείνο το μαντάτο,ανασάλεψε μέσα της ο κρυφός καημός που την κατάτρωγε .Ο καημός του αδερφού.Γονατιστή και με δάκρυα στα μάτια παρακαλούσε τον αφέντη ,να κατεβούνε στο μεγάλο εκείνο λιμάνι στο μεγάλο λιμάνι που άλλοτε το στόλιζε ένα από τα επτά θαύματα του κόσμου ,να δει και να αποχαιρετήσει τον μικρό της αδερφό.Μπρος στα δάκρυα και τα παρακάλια,λύγισε ο πασάς.
Ο δωδεκάχρονος τώρα Αντώνης,σωστό παλικαρόπουλο,καθώς σάρωνε με αχόρταγη ματιά πέρα ως πέρα το μουράγιο εκείνου του μεγάλου λιμανιού ,είδε κείνο το κάτασπρο μαντήλι π’ανέμιζε στον αέρα.
Ήταν η Στάμω.Ναι!Η Στάμω , η αγαπημένη του ,κι όρμησε κατά τη σκάλα του καραβού.Μα εκεί ο φρουρός του ΄φραξε το δρόμο.Του κάκου παρακαλούσε να τον αφήσει για τελευταία ίσως φορά την όμορφη,αγαπημένη του αδερφή .Τότε η Στάμω στράφηκε προς τον πασά και δακρυσμένη τον ικέτεψε να την αφήσει να ανέβει εκείνη στο καράβι.Ο πασάς ,συγκινημένος για μια ακόμη φορά ,και ίσως πιστεύοντας πως η πρώτη ευνοούμενή του ,που την είχε ντύσει και στολίσει με μετάξια και χρυσαφικά βασίλισσα του χαρεμιού του,δεν θα γύριζε,της έδωσε την άδεια.΄΄Πήγαινε΄΄ ,της είπε ΄΄κάνε όσο μπορείς πιο γρήγορα.΄΄
Ίδια ελαφίνα η σκλάβα κόρη ,ανέβηκε τη σκάλα εκείνου του καραβιού ,και πατώντας στο κατάστρωμα ,γύρισε κατά το μουράγιο που στεκόταν όρθιος ο πασάς να την περιμένει.Έβγαζε από πάνω της όλα εκείνα τα χρυσαφικά που στόλιζαν το λαιμό της ,στόλιζαν τα κατάμαυρα πλούσια μαλλιά της και τα δάχτυλα των χεριών της ,και χωρίς κανένα δισταγμό τα πέταξε στα πόδια του.΄΄Πάρτα΄΄του είπε.΄΄Εγώ θα γυρίσω στην πατρίδα΄΄.
Τότε γύρισε και αγκάλιασε το δωδεκάχρονο αγόρι ,το αμούστακο ,που ήταν το μοναδικό της αδέρφι,ενώ ο πασάς στεκόταν σαστισμένος....................

Παντρεύτηκε η Στάμω η όμορφη,με το Λάγγη από τη Ρηχιά.Εξι παιδιά του χάρισε,αγόρια και κορίτσια.Μα είχε και την κακιά τύχη να τονε πάρει φύλακα στα κοπάδια του έναν λεβεντονιό.Τον Τζέκο.
Τη Στάμω τη θάμπωσε η ομορφιά του και άρχισε να τον γλυκοκοιτάζει.Την γλυκοκοίταζε κι αυτός και δεν άργησε να τα κανονίσουν ,καθώς ποθούσαν ο ένας τον άλλον.Ένα ανοιξιάτικο πρωινό η Στάμω φορτώθηκε την βαρέλα στην πλάτη της και είπε στη γειτόνισσα : ΄΄Σαν έρθει ο άντρας μου ,πες του πως πάω στη Λούτσα ,στο Καραδήμα,να φέρω νερό.΄΄
 Ο Λάγγης σαν γύρισε ,όλο και περισσότερο ανησυχούσε ,καθώς η ώρα πέρναγε κι η Στάμω δε φαινόταν.΄΄Μα τόσες ώρες η ευλογημένη;Μπας και της έτυχε κάποιο κακό;΄΄κι έκανε κατά πέρα.
Σαν έφτασε στη Λούτσα,βρήκε τη βαρέλα μισογεμάτη ,δίπλα την τιχιά και παραπέρα τσαρούχια.Έριξε γύρω τη ματιά του ψάχνοντας τον τόπο.Φώναξε τρεις τέσσερις φορές δυνατά το όνομά της και σαν δεν πήρε καμιά απόκριση ,άρχισαν να τον ζώνουν τα φίδια.
Με κομμένα πόδια γύρισε το πισάγναρο να βρει το Λάμπρο Πετρούτσο που ήξερε καλό κολύμπι.΄΄Έλα Λάμπρο΄΄ του είπε.΄΄Η Στάμω, η γυναίκα μου πνίγηκε στη Λούτσα.Εσύ ξέρεις να βουτάς.Έλα μπας και τη βρούμε και τη βγάλουμε.΄΄Τεταμάρ ντιάλαθ΄΄(να την πάρει ο διάολος).έβρισε ο Λάμπρος αρβανίτικα και έκαναν κατά πέρα.
Πίσω τους ακολούθησε όλο το χωριό.Ο Λάμπρος ο Πετρούτσος ήτανε Σπετσιώτης.Αυτός,ο αδερφός του Αναστάσης Μπαγιονέτας ,ο Γιάννης ο Χασάπης.Είχαν κολλήσει δώθε τη μεγάλη στεριά.Έβγαζαν καρβουνοκάμινα και άνοιγαν χωράφια.Τα κάρβουνα τα πούλαγαν στις Σπετσες ,στο νησί τους,που είχε πολλούς καραβοκυραίους.Και οι τρεις τους ήταν θεριά.Ξεχέρσωσαν τόπους και τόπους.Έγιναν οι καλύτεροι νυκοκυραίοι.Ήξεραν και κολύμπι καλό.Βούταγε και ξαναβούταγε ο Λάμπρος στο παγωμένο νερό της Λούτσας και κάθε φορά που έβγαινε στον αφρό για να πάρει ανάσα,να ξεθυμάνει ξέσπαγε με ένα ΄΄τεταμάρ ντιάλαθ΄΄.
Μα αντίς να την είχε πάρει ο διάολος ,την κρατούσε ο Τζέκος σφιχτά στην αγκαλιά του ,και από κει ψηλά την κορφή του Αι –Δημητριού ,κοίταζαν αυτό που γινόταν κάτω κει ,στη Λούτσα στο Καραδήμα και κρυφογέλαγαν.
Είδε κι απόειδε ο Λάμπρος και τα παράτησε.Στράφηκε κατά το Λάγγη και του είπε αρβανίτικα :΄΄Έψαξα κι ανασκάλεψα όλο τον πάτο,σπιθαμή .Εδώ μέσα δεν είναι η γυναίκα σου.Ψάξε αλλού να τη βρεις.΄΄Και με ένα τελευτάιο ΄΄τεταμάρ ντιάλαθ΄΄,φόρεσε τα τσαρούχια του,πήρε παραμάσχαλα τα ρούχα του και με βρεγμένο το μακρύ του σώβρακο,βουτηγμένο στη λάσπη ,πήρε δρόμο για το χωριό ,με ήσυχη συνείδηση ,πως ό,τι ήταν να κάνει το έκανε,σίγουρος πως κάτι άλλο θα είχε γίνει.
Την άλλη μέρα μαθεύτηκε το μεγάλο χαμπέρι. Ο Τζέκος παράτησε το μπουλούκι τα γίδια του Λάγγη και η Στάμω το μπουλούκι τα παιδιά της και εκεί στον Αι-Γιάννη ,στη φτωχοκαλύβα του ,γλένταγαν το μεγάλο τους έρωτα.
Η κυρά μου η Αλεξάκαινα ,θετή κόρη του Λάμπρου Πετρούτσου ,που η μάνα της είχε παντρευτεί τον Σακκή ,ήτανε κόρη της Στάμως και του Λάγγη.Όταν έκανε νύφη τη μάνα μου ,κόρη του Παπαρόζου,(παπά των Κουπιών)και εγγονή του Αντώνη,αδερφού της Στάμως ,ποτέ δεν τη φώναξε νύφη ,παρά μόνο ξάδερφη.Το ίδιο και όλοι οι Σαρμπάνηδες του Αι-Γιαννιού,της Συκιάς και της Μονεμβασιάς,που ήταν κι αυτοί απόγονοι του Τζέκου και της Στάμως.Επίση και οι Λαγγαίοι της Ρηχιάς.Ήτανε βλέπεις δευτεροξαδέρφια.
Η Στάμω φαίνεται πως μέσα της ένιωθε βαρύ το γεγονός ότι με το ζόρι έγινε γυναίκα ενός Τουρκαλά και φορτωμένη η ψυχή της από ένα αίσθημα εκδίκησης του ίδιου της του εαυτού ,φρόντισε να εξιλεωθεί χαρίζοντας το κορμί της σε όσους άντρες Έλληνες ,αν φυσικά της άρεσαν.
Έτσι μπερδευτήκαμε και εμείς ,χωρίς να το θέλουμε με τόσο μεγάλη διαφορετική συγγένεια.
Ο αδελφός της ο Αντώνης ,αφού μεγάλωσε,παντρεύτηκε μια Παπαμιχαλοπουλίτσα ,την Κατσαβού και ήταν από τους πρώτους ιδρυτές κείνου του χωριού που χτίστηκε μετά την απελευθέρωση του 1821: τα Κουπιά.
Γέννησαν τρεις γιους και πέντε θυγατέρες.Τον Θοδωράκη,τον Γιώργη(μετέπειτα παπά των Κουπιών)και τον Παναγιώτη.Οι κόρες παντρευτήκαν σε τέσσερα διαφορετικά χωριά.Η μία στη Ρηχιά(μάνα του Τζουμέλα),άλλη Φρέγκρα(μάνα του Κώστα Δούκα) ,άλλη στο Χάρακα άλλη στα Νιάτα και άλλες δύο στην Καταβόθρα.(Μεταμόρφωση)
Εδώ ,πριν κλείσω το ιστορικό της σφαγής της Παλιοχώρας και την όλη πορεία της Στάμως και του Αντώνη Παναρίτη ,επιζήσαντες εκείνης τη; μεγάλης σφαγής ,θα ήθελα,να καταγραφεί στη μνήμη των Ζαρακιτών ότι πολλές κοπέλες Ζαρακίτισσες,αλλά και άλλες κόρες κατατρεγμένων ,για να ξεφύγουν από τα χέρια της Αραπιάς ,πρόλαβαν να πηδήσουν από την κορυφή του μεγάλου βράχου στο κενό που έχασκε κάτω από αυτόν,δίνοντας τέρμα στη ζωή τους.
Έτσι και ο Ζάρακας , έχει το δικό του Ζάλογγο,,που θα πρέπει να αναγνωριστεί και να καταγραφεί στο ενεργητικό της συμμετοχής στην επανάσταση του 1821,με επικεφαλής το Ντρίβα και το πρωτοπαλίκαρό του τον Μανούσο.Οι θέσεις Μανούσο,Παναρίτη,Μανίκη,Καλιανή που βρίσκονται στο Γέρακα ,θα πρέπει να μας θυμίζουν ονόματα αγωνιστών του 1821.Κια όχι μόνον αυτά.Εάν το ψάξουμε σωστά,αλλά και αν βγάλουμε συμπεράσματα από τη συμμετοχή του Ζάρακα στην αντίσταση 1940-1944 ,θα πρέπει να πιστέψουμε πως ήταν επακόλουθο μιας αγωνιστικής παράδοσης,που παρά το ολιγάριθμο των τότε κατοίκων του ,η συμμετοχή του στον αγώνα του 1821 ,αναλογικά ήταν μεγάλη ,δεδομένου ότι ο πληθυσμός του δεν υπερέβαινε τις πεντακόσιες –όλες και όλες- ψυχές.

απο  το βιβλίο  του  ΑΓΓΕΛΟΥ  ΑΛΕΞΑΚΗ    -    ΖΑΡΑΚΑΣ  (1996)

1 σχόλιο:

Seafarer είπε...

Να μια αληθινή ιστορία που μοιάζει παραμύθι.
Από τη γενιά των Φριτζίλα η μητέρα μου.