...

...

Ο ΣΤΡΑΒΟΘΟΔΩΡΑΚΗΣ ....


Ο Θεοδωράκης Φριτζήλας εγεννήθηκε το 1880 στο Μπρακάκι ,
που είναι μια πλέβρα με άγρια βλάστηση
στην περιοχή των Καρυκιών του χωριού Ρηχιάς.
Όταν επήγε 2-3 χρόνων εκαταλάβανε οι δικοί του πως το κουτσόβελό τους δεν έβλεπε, πως ήτανε στραβό και για να μην μπερδεύεται στα πόδια τους το μεταφέρανε στη Ρηχιά , στα Μπελεσέικα , στο αστικό ας πούμε σπίτι τους ,όπου κι εδώ απέθανε στις 22 του Ιούλη το 1961 , 82 χρόνων.
Ήτανε ανίκανος για πραχτική δουλειά , καταδικασμένος στο παραγωνι,φτωχός,χωρίς χάδι, χωρίς παιχνίδι,χωρίς στοργή, χωρίς να μάθει ούτε την αλφαβήτα, μακριά από τον έρωτα-από τον γάμο ,περιφρονημένος,αποδιωγμένος.
Ο Θεοδωράκης τόχε καλά χωνέψει και τόδινε τραγουδιστά με στίχους.

Κλαίω με μαύρα δάκρυα - της γης το χώμα βρέχω
και δεν εβρέθηκε άνθρωπος - να με ρωτήσει τι έχω.
Όταν πεθάνω μη με κλαις - γιατί ΄μαι πεθαμένος,
κλάψε με τώρα πούμαι ζωντανός - κι είμαι τυφλός και καταφρονημένος.
ο Θοδωράκης με το ίδιο πάντα κοφτερό χιούμορ στιχοπλέκοντας ….

Τι τραγουδάκι να σου ειπώ - κούκλα μου να σ’αρέσει
πως έχεις αγγελικό κορμί - και δαχτυλίδι μέση;
Γιώργη ,τι να τα κάνεις τα λεφτά - με τους πολλούς τους τόκους
άμα δεν έχεις άνθρωπο καλό - με τους καλούς τους τρόπους.
Γιώργη, να μην κοιτάξεις χρήματα - παρά καλή γυναίκα
γιατί ποτέ τα χρήματα - δεν βγαίνουν στο σεργιάνι.
Πάρε γυναίκα όμορφη - να βγαίνεις στο σεργιάνι
να σκάζουν οι ρουφιάνοι.

Είχε όμως κι ο Θοδωράκης τις φουρτούνες του.

Αυτό το αχ να μούφευγε - απ’της καρδιάς τα φύλλα
όλο τον κόσμο θάκαιγα - δίχως φωτιά και ξύλα.
Καημένη Κουλοχέρα μου - πόχεις την τρύπια πέτρα
τρούπια είν’κι η καρδούλα μου - σαν τη δική σου πέτρα.


Αλλά εκεί που γίνεται πρωτότυπος σε σκληρότητα , είναι στη συνάντηση πούχε με ένα ομότεχνό του στη Σπάρτη.
Ποιος ξέρει ποιες διαβουλεύσεις να προηγήθηκαν για την ιστορική αυτή συνάντηση των δύο ποιητών.Ο Θοδωράκης σε ένα λεπτό ετοιμάστηκε για το ταξίδι, έβαλε τα καλά του,το καινούργιο φέσι ,το σταυρογέλεκο,το πουκάμισο του αργαλειού,το μπονοβράκι,τα μαλακά τσαρούχια, επερασε το ταγάρι στον ώμο και με τη μαγγούρα στον ώμο , μην τον είδατε, γραμμή για τη Σπάρτη.
Η Κωσταντίνα,η αδερφή του , εκαμάρωνε που ο αδερφός της ήτανε τόσο παστρικός και τούδωσε την εντολή της –τον καημό της : «Κοίταξε να μη μου γυρίσεις σεργούνι.»
Μόλις τον είδε ο Σπαρτιάτης , εσπαρτάρισε στα γέλια , δεν μπορούσε να φανταστεί πως υπάρχει ποιητής σε αυτά τα χάλια και για αυτό τον εκαλοσώρισε σαρκαστικά :

Kαλώς τον τυφλοπόντικα - με την καινούργια βράκα.
Αναψε και φούντωσε ο Θοδωράκης ,εξεδίπλωσε τη φαρμακερή του γλώσσα και απάντησε :

Αυτός ο τυφλοπόντικας - με την καινούρια βράκα
Αυτός για σένα χέζεται - Κι εσύ για αυτόνε φάτα.

Ο Σπαρτιάτης ανταποδίδει :

Eσύ ρε μπαστουνόβλαχε - τι θες εδώ στη Σπάρτη
εδώ είν’άλλος ποιητής - τη μύτη σου να σπάσει.

Ο Θοδωράκης έτοιμος απαντάει :

Σαν λες και το παινεύεσαι - τη μύτη μου να σπάσεις
γρήγορα θα σε κάνω εγώ - όλα να τα ξεχάσεις.

Ο Σπαρτιάτης γίνεται προσεκτικός , φρονιμεύει και μιλά για το πλήθος των τραγουδιών του :

Ξέρω τραγούδια να σου ειπώ - γιομάτο ένα δεφτέρι
στο ξεροκάμπι τάφησα - ποιος πάει να μου τα φέρει;

Ηρθε η σειρά του Θοδωράκη να σαρκάσει :

Α , ρε φίλε δεν ξέρω - αν κοιμάσαι ή ονειριάζεσαι
κείνος πούχει καλό μυαλό - και άλλο δεφτέρι βγάζει.

Ο Σπαρτιάτης δεν τα βάζει κάτου,του απαριθμεί τα πολλά του τραγούδια , τα πολλά του δεφτέρια και κάθε τόσο καμαρώνει το κασμίρι και τα στολίδια του που βάζουνε τα γυαλιά στο μπονοβράκι και στα τσαρούχια του Θοδωράκη.
Ο Θοδωράκης εξακολουθεί να τον περιπαίζει για το φαντασμένο ύφος του και για το φουσκωμένο μυαλό του.

Ναι,φίλε μου ετούτο το μυαλό - βγαζει βελόνες άφθονες
χιλιάδες εκατομμύρια - να ράψεις τα κασμίρια σου
κι όλα σου τα στολίδια.

Ο Σπαρτιάτης εκαμώθηκε ,στο πεδίο της μαχης ,έμεινε νικητής και κυρίαρχος ο Θοδωράκης.
Υψώνει τη φωνή του σε υπεροπτική έξαρση και τραγουδάει το αγαπημένο του επινίκειο ,το θριαμβευτικό τετράστιχο .

Δεν το πιστεύω στο ντουνιά - κανένας να με φτάσει
στα τραγουδάκια τα πολλά - και ούτε να με περάσει.

απο το βιβλίο ΤΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ Θ. ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
θοδωράκης φριτζήλας - Ο ΤΥΦΛΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ


ΧΑΡΑΚΑΣ και Μεσαιωνικοί χάρτες

1696 - χάρτης laurenbergio



χάρακας 1920


Εχει δε ενδιαφέρον ότι και αρκετοί Μεσαιωνικοί χάρτες έχουν σημειώσει στην παραθαλάσσια περιοχή ανάμεσα Χάρακας και Κυπαρίσσι το τοπωνύμιο Stilo et Sil.

Aυτό πιθανότατα υποδεικνύει το ξύλο (stilus) της ώχρας (sil) και θα πρέπει να αναφέρεται στο χρυσόξυλο της περιοχής.
Αξίζει να σημειωθεί ότι η χαράδρα του Σταυρού –με το ιδιότυπο κλίμα και την αγριάδα της – φιλοξενεί και διασώζει μέχρι σήμερα, εκτός από τα χρυσόξυλα,ένα πλήθος από άλλα φυτά,τα οποία ήδη σε άλλες περιοχές έχουν εντελώς εξαφανιστεί ή ο πληθυσμός τους έχει μειωθεί πάρα πολύ.Εδώ,στα δάση που σχηματίζονται από τα σφενδάμια,τις αριές, τα κοκορέτσια,τα μέλεα και τις λιοφάτες,θα συναντήσουμε ακόμα και σκόζες,και επίσης πάρα πολλές φλόγες.Αυτό το τελευταίο είναι ένας θάμνος χαρακτηριστικός των Μονεμβασιώτικων βουνών ,που σε άλλα μέρη έχει αισθητά μειωθεί.
Ο Χαρακας - με μικρή παραφθορά στην ονομασία του – βρίσκεται σημειωμένος σε αρκετούς Μεσαιωνικούς χάρτες ,και μάλιστα σχεδιάζεται σαν οχυρό και τοποθετείται κοντά σε χείμαρρο.
Ετσι,στο χάρτη του Battista Agnese(1554) φερει την ονομασία Charaxo,ενώ στο χάρτη του Canteli de Vignola(1685) σημειώνεται ως Charans.Σε χάρτη του de Wit(τέλη του 17ου αιώνα) αναφέρεται με το όνομα Carans ,αλλά και Sarana , στις όχθες ενός χείμαρρου που ονομάζεται Carycus.
Kαι όσον αφορά τον χείμαρρο Carycus (Καρίκια) ,πρόκειται για τον χείμαρρο που που κατεβαίνει μέσω της χαράδρας μέχρι την Πίλιζα.Το τοπωνύμιο όμως Sarana ,που αποδίδεται σαν μια δευτερεύουσα ονομασία του Χάρακα,θα μπορούσε να εξηγηθεί στις χαρακτηριστικές σάρες(δηλαδή πετρώδεις κατρακύλες) που υπάρχουν ακόμη και σήμερα στη χαράδρα.
Οι παραλλαγές αυτές στην ονομασία είναι κατι φυσικό,αφού ο τόπος πατήθηκε από τόσους κατακτητές.Φράγκοι,Ενετοί,Τούρκοι άκουγαν την ελληνική ονομασία ,την πρόφεραν όπως μπορούσαν,την προσάρμοζαν στη γλώσσα τους,και φυσικά έτσι τη σημείωναν και στους χάρτες τους.Μάλιστα στο χάρτη του BLAEV(1688) ο οικισμός σημειώνεται μόνο με την ονομασία Sarana.
Περισσότερες όμως πληροφορίες παίρνουμε από το χάρτη του Laurenbergio (1696) ,καθώς και από το χάρτη του Sanson (τέλη του 17ου αιώνα).Σ’αυτούς , δίπλα από την οχυρά θέση που αντιστοιχεί στο Χάρακα,βρίσκουμε σημειωμένο : «Pyrrhy charaxo feu vallum hod charans».
Οι ονομασίες αυτές υποδηλούν το οχυρό,τον πύργο (pyrrhy) , τις οικογένειες που εκεί κατοικούν (feu) και την κοιλάδα (Vallum) που απλώνεται εμπρός του.

Κλείνοντας σημειώνουν : Hod charans,δηλαδή «Τώρα (το όνομα του οικισμού είναι ) Χάρακας


απο το βιβλίο του Γ.Δ. ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΥ
Η ΜΟΝΕΜΒΑΣΙΑ ΚΑΙ Η ΕΝΔΟΧΏΡΑ ΤΗΣ -2001