...

...

οι ΒΕΝΤΟΥΖΕΣ το καλύτερο αντιβιωτικό ...

 
 
Όταν ήμουν παιδί είχα ένα μεγάλο εφιάλτη – τις «βεντούζες».
Ακόμη και σήμερα μου σηκώνεται η τρίχα καθώς θυμάμαι τη σκηνή.
Η μάνα μου όρθια –σωστή χειρούργος- με το καινούριο κοφτερό ξυραφάκι έτοιμη να μου χαράξει την πλάτη – «να ξεθυμάνει το κρύο – να φύγει» έτσι μου ΄λεγε.
Και γω μπρούμυτα στο κρεβάτι και πάνω μου 2-3 γυναίκες της γειτονιάς με είχαν πλήρως ακινητοποιήσει.
Εφιάλτης σωστός σας λέω!
Και το δράμα συνεχιζόταν γιατί δυστυχώς για μένα σε μια δυο μέρες ήμουν περδίκι.
Ήταν ένα Χειμωνιάτικο βράδυ θυμάμαι.
Μ’ένα δίφραγκο στο χέρι πήγα στου Καρανάσου να αγοράσω πελτέ.
Στο μαγαζί πλήθος χωριανοί γύρω από τη σόμπα κι επικεφαλής ο «μπαρμπα-γιατρός»ενδιαφέροντα πράγματα διηγιόταν με τη γνωστή διαπεραστική του φωνή.
ο  δράστης

Στήνω αυτί και μέχρι να μπει ο πελτές στο στο λαδόχαρτο ,τι ακούω;
«Όταν ρίξει χιόνι και βγάλεις τα ρούχα σου , από την μέση και πάνω και τριφτείς με χιόνι ,
 ψήνεται το κορμί και δεν αρρωσταίνεις ποτέ.
Αυτό ήταν !Το ΄δεσα καλά. Δεν πέρασαν μερικές μέρες το ΄στρωσε στο χωριό!
Στο σπίτι μονάχος .
Ο πατέρας στις «σπηλίτσες» στα ζωντανά ,η μάνα φευγάτη πρωί –πρωί φαί να του παέι.
Στο μυαλό μου τα λόγια «του μπαρμπα-γιατρού» ,και μαζί ο εφιάλτης από τις βεντούζες.
Ανοίγω την εξώπορτα.
Στους δρόμους ψυχή !
Τα τζάμια κάπνιζαν ,η σκαμαγκίδα στο φόρτε ,άπνοια και ησυχία παντού.
«Από σήμερα τέρμα οι βεντούζες»είπα μέσα μου και …
 Γυμνώθηκα –βγήκα έξω- κι άρχισα να τρίβομαι με χιόνι στην κοιλιά ,στο στήθος στην πλάτη.
Ένα λεπτό κράτησε το μαρτύριο,ύστερα μπήκα μέσα.
Καιγόμουν ολόκληρος!
το  θύμα

Τα μάτια μου πεταμένα έξω -το δάκρυ κορόμηλο- το ροδοκόκκινο παιδικό κορμάκι είχε φουντώσει. «Τώρα ψήνεται το κορμί μου» έλεγα μέσα μου « τέρμα τώρα οι αρρώστιες».


........ σίγουρα θα έλθει.



μπορεί   να κόψεις   όλα   τα  λουλούδια
αλλά  δεν  μπορείς  να εμποδίσεις  ...
την  άνοιξη   να  έλθει
ΚΑΛΗ  ΑΝΑΣΤΑΣΗ

για  τη αντιγραφή   Νίκη
                     

ΠΑΣΧΑ 2012



                                                                          ΝΕΑ - Κωστας μητροπουλος

το Ζαρακίτικο ρουμπίνι ...



Θα σας φανεί παράξενο ,μα είναι αληθινό.
Στο Ζάρακα υπάρχουν ρουμπίνια.Να πώς το ανακάλυψα αυτό το περασμένο Καλοκαίρι.
Είχα πάει για ταξίδι σε ένα από τα χωριά μας.Ήταν πρωί όταν έφτασα και μόλις ξεπέζεψα από το μουλάρι τράβηξα για το μαγαζί του κυρ-Μανώλη.
Τον βρήκα να κουτσοπίνει με μια παρέα ,τον χαιρέτησα και τον παρακάλεσα να μου ετοιμάσει ένα καφέ με δυο ποτήρια νερό ,γιατί ήμουν διψασμένος από το δρόμο.
- Να σε χαρώ Νίκο ,μου λέει ,για καφέ είναι λιγάκι δύσκολο .
Η νοικοκυρά λείπει στο βουνό για ξύλα και φωτιά δεν υπάρχει .Αν θέλεις να πιεις κανένα κρασί.Είναι εξαιρετικό ,σπάνιο πράμα.
-Μα πρωί –πρωί είπα εγώ ,κρασί χωρίς μεζέ ;
-Έννοια σου και θα βρούμε και κανένα μεζέ.
Ανέβηκε στο σπίτι και σε λίγο γύρισε με δυο-τρεις ξερές κόρες ψωμί και ένα μεγάλο κεφάλι σκόρδο.Με μια γροθιά το σκόρδο σκορπίστηκε σε κομμάτια.όλοι από την παρέα άρπαξαν από ένα κομμάτι και ακαθάριστο το ΄βαλαν στο στόμα μαζί με ένα κομμάτι ψωμί κι άρχισαν το ροκάνισμα.Μουδιασμένα άπλωσα κι εγώ το χέρι μου ,επήρα ένα σκόρδο ,το καθάρισα και το ΄βαλα στο στόμα ,μα το κάψιμό του ήταν τέτοιο που δάκρυσαν τα μάτια μου.
- Τσουχτερό πράγμα ,όλο υγεία ,πετάχτηκε ένας μεσόκοπος με παχύ μουστάκι. Ο κυρ-Μανώλης εν τω μεταξύ έπλυνε καλά ένα δαχτυλάτο κατοστάρικο ποτήρι ,σήκωσε ψηλά την κανάτα με το κρασί και άφησε να χυθεί με ορμή σχηματίζοντας ένα σχύ αφρό.
- Άι ,το βλέπεις το ρουμπίνι; Έχω δίκιο να το παινεύω για όχι; Τέτοιο κρασί είναι σπάνιο.Αγνό,σκέτο ρετσίνο και μούστος ,καντηλάτο,δροσερό ,όλα τα χει.Όχι σαν τα δικά σας κρασιά της Αθήνας ,που ΄ναι φτιαχτά με φάρμακα και μπογιές.Να πιεις απ’αυτό και θα ξανανιώσεις.
-Εβίβα ,φώναξε ο μεσόκοπος με το παχύ μουστάκι και μονομιάς άδειασε το ξέχειλο κατοστάρικο ποτήρι ξερογλύφοντας ύστερα με τη γλώσσα το μουσκεμένο από το κρασί μουστάκι του.
Εγώ μια στιγμή στάθηκα σκεφτικός ,μα ο κυρ-Μανώλης μου ΄δωσε κουράγιο.
- Μην το σκέφτεσαι Νίκο .Μια και κάτω.Θα σου κόψει και τη δίψα ,γιατί είναι δροσερό από το υπόγειο.Πιε το και θα δεις τι κέφι θα κάνεις.
Επήρα την απόφαση.Ακούμπησα το ποτήρι στα χείλια μου και θες από τη δίψα ,θες από το κάψιμο του σκόρδου,θες από τα παινέματα του κρασιού ,έγειρα με ορμή το ποτήρι.Αυτό ήταν.Με μιας τα μάτια του θόλωσαν ,το ποτήρι γλίστρησε από τα χέρια μου ,το πιωμένο κρασί πετάχτηκε αφρισμένο από τη μύτη και το στόμα καταβρέχοντας όλη την παρέα ,ένας απότομος δυνατός βήχας μου ΄κοψε την αναπνοή και βαρύς σαν μολύβι σωριάστηκα χάμω.

κάποιος  χαρακιώτης  "στούπα "
μαγκιά  μεταπολεμική  - τραγούδι  του Καζαντζίδη
κρασάκι  αγιασμός -  έξω  ντέρτια
όλα  γλυκαίνουν - ακόμη  κι η ρημάδα  η ζωή
                                                      σ.π