...

...

Περί ψυχαγωγίας...

Η ψυχαγωγία ως λέξη, σημαίνει αγωγή της ψυχής. Μια αγωγή που συντελείται με τη διασκέδαση, δηλαδή το σκόρπισμα της στενοχώριας, της λύσης, της πλήξης και της ανίας, που προκαλούνται από τις ατυχίες και τη ρουτίνα της ζωής. Η διασκέδαση είναι αναγκαία για την ψυχή όσο και η τροφή για το σώμα. Η κοινωνική εξέλιξη καθόρισε από την πολύ παλιά εποχή διαφορετικό τρόπο διασκέδασης ανάμεσα στα κοινωνικά στρώματα. Αλλιώτικα ψυχαγωγούνταν τα ανώτερα και αλλιώτικα τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα.

Σήμερα όμως, όταν μιλάμε για πλατιά λαικά στρώματα, έχουμε να κάνουμε με έναν όρο κοινωνιολογικά απροσδιόριστο. Σε μια κοινωνία μάλιστα αναπτυσσόμενη, άρα και μεταβαλλόμενη, γίνεται ακόμη δυσκολότερη η συγκεκριμενοποίηση του όρου. Για τα τωρινά δεδομένα, θα μπορούσαμε να πούμε ότι με τον όρο αυτό υποννοούνται η εργατική, η αγροτική τάξη, ο υπαλληλικός κόσμος των κατώτερων βαθμίδων κι ένα μεγάλο μέρος της μικροαστικής τάξης, που πρόσφατα επικρατησε να λέγονται μικρομεσαίοι.

Ακριβώς λόγω της ρευστότητας των κοινωνικών μας σχηματισμών, δεν υπάρχουν μέσα ψυχαγωγίας, όπως συνέβαινε παλιά με τους οργανοπαίχτες στα χωριά ή με τα συγκροτήματα μπουζουκιών στις λαικές συνοικίες μετά τη μικρασιατική καταστροφή ως τα μέσα της δεκαετίας του 1950. Σήμερα τα συγκροτήματα δημοτικών χορών και τραγουδιών αποτελούν μια τουριστική ατραξιόν, που προσφέρει στον ξένο κατεψυγμένα δείγματα του μουσικού και χορευτικού φολκλόρ. Οπωσδήποτε δεν είναι μέσο ψυχαγωγίας της μεγάλης μάζας του λαού.

Εκείνο που αξίζει να παρατηρήσουμε είναι πως λίγο πριν και κυρίως μετά το 1960 παρατηρείται μια ομοιοποίηση στα μέσα ψυχαγωγίας, έτσι που να μην ξεχωρίζει ο τρόπος διασκέδασης των αστών από τη διασκέδαση των λαικών στρωμάτων. Σ’αυτό συντέλεσε η κοινωνική άνοδος πολλών ανθρώπων, που απέκτησαν χρήματα αλλά διατήρησαν, σε ό,τι αφορά στη διασκέδαση, τα λαϊκά τους γούστα ή καλύτερα μια νοοτροπία λούμπεν. Από την άλλη το ραδιόφωνο, ο κινηματογράφος, η τηλεόραση και το ποδοσφαιρο, σαν μαζικά μέσα ψυχαγωγίας, λειτούργησαν ισοπεδωτικά πάνω στις ψυχαγωγικές προτιμήσεων των νεοελλήνων.
Η μεταβολή άρχισε πρώτα από τα λεγόμενα λαϊκά κέντρα, που είχαν συγκροτήματα μπουζουκιών. Στα κέντρα αυτά μπορούσες να διασκεδάσεις πληρωνοντας μεγάλα ποσά, γλεντώντας δήθεν λαϊκά. Ετσι σιγά-σιγά έγιναν χώροι μάταιης επίδειξης των ανθρώπων του εύκολου πλούτου. Με τη νοθευμένη αυτή λαϊκότητα, πολλά από αυτά εξακολουθούν να λειτουργούν στις μέρες μας. Στην επαρχία, λόγω της έντονης αστικοποίησης του αγροτικού πληθυσμού και από μια τάση μίμησης του αθηναικού ξενυχτιού, άρχισε τα τελευταία χρόνια να παρουσιάζεται ένας νέος τύπος νυχτερινού κέντρου, που απεργάζεται τη νόθευση της λαϊκής μουσικής παράδοσης και τον εκχυδαισμό κάθε έννοιας διασκέδασης και ψυχαγωγίας. Σκοποί και ρυθμοί αναπαράγουν την ατμόσφαιρα της Ανατολής, κάτι που προωθεί περισσότερο τη διάδοση του χασίς και των λοιπών ναρκωτικών.

Κι όμως, λίγα χρόνια πρωτύτερα υπήρχε δυνατότητα για καλύτερη κι ουσιαστικότερη ψυχαγωγία. Για ένα μεγάλο διάστημα, χάρη στην εμφάνιση του Μάνου Χατζιδάκη και του Μίκη Θεοδωράκη, ένα μεγάλο μέρος του λαού κι ιδιαίτερα η νεολαία, ψυχαγωγήθηκε με όμορφους σκοπούς, που είχαν μέσα τους κάτι από την ομορφιά του παλιού δημοτικού, του πρόσφατου λαϊκού τραγουδιού, της καντάδας και του βυζαντινού μέλους.

Στη διάρκεια της εφτάχρονης δικτατορίας κυριάρχησε σαν μέσο ψυχαγωγίας των πλατιών λαικών στρωμάτων το ποδόσφαιρο. Ο λαός μας, ευνουχισμένος πολιτικά, συζητούσε ποδοσφαιρικά. Τα χρώματα εκφράζανε όχι πολιτική αλλά ποδοσφαιρική ιδεολογία. Και οι πολιτικοί καημοί έγιναν ποδοσφαιρικοί. Στα γήπεδα η Ελλάδα αναστενάζει τραγουδούσε ο Σαββόπουλος. Οι προβληματισμένοι νέοι βρήκανε καταφύγιο στις μπουάτ.
Εκεί άνθησε ένα άλλο είδος τραγουδιού και ψυχαγωγίας. Τραγούδια με κάποιο μήνυμα. Έτσι γεννήθηκε το πολιτικό τραγούδι, που φούντωσε ιδιαίτερα μετά τη μεταπολιτευση.

Αλλά η κατάχρηση έφερε τη γρήγορη εξάτμιση. Και προέκυξε η «ντίσκο». Οι λεγόμενες ντισκοτέκ έφραζαν το πνεύμα και έλκυαν τις προτιμήσεις της νεολαίας τη δεκαετία του 1980. Οπωσδήποτε όμως ήταν μια μουσική κι ένας τρόπος διασκέδασης που αναπαρήγαγε ξένα πρότυπα, όχι πάντα με αγαθό αποτέλεσμα. Υπήρχαν βέβαια και οι λαϊκές συναυλίες διαφορων συνθετών, αλλά οι συναυλίες αυτές είχαν έναν περιοδικό χαρακτήρα και τις περισσότερες φορές, εκτός από τη λογική του κέρδους, υπηρετούσαν κάποια πολιτική ή καλύτερα κομματική σκοπιμότητα. Οπωσδήποτε, δεν ήταν μέσο ικανό να καλύψει τις ψυχαγωγικές ανάγκες του λαού μας.

Παλιότερα ένα μέσο πλατιάς ψυχαγωγίας ήταν ο κινηματογράφος. Το λαϊκό σινεμά όμως υποκατεστησε η τηλεόραση. Η τηλεόραση όμως προσφέρει μια ψυχαγωγία κονσέρβας. Ορισμένα βέβαια παραδοσιακά κέντρα ψυχαγωγίας διατηρούνται, όπως για παράδειγμα το καφενείο, που όμως παραμένει προνόμιο των ανδρών.
Ένα όμως στοιχείο της καφενειακής ψυχαγωγίας έχει μεταφερθεί μέσα στην ελληνική κοινωνία. Πρόκειται για την χαρτοπαιξία, που αυτή την στιγμή διεκδικεί τα πρωτεία ανάμεσα στις ψυχαγωγικές προτιμήσεις των περισσοτέρων Ελλήνων. Αυτή η αρνητική ψυχαγωγία έχει εκτοπίσει από τα σπίτια μας την ουσιαστική ψυχαγωγία, που μας χάριζε η συζήτηση, το ομαδικό τραγούδι, το ελληνικό γλέντι, τελος πάντων. Από τα όσα γράψαμε παραπάνω, φαίνεται πως ελάχιστα περιθώρια ουσιαστικής διασκέδασης υπάρχουν στον τόπο μας. Κι εξάλλου τα μέσα που αναφέρουν κάθε άλλο παρά πραγματική ψυχαγωγία και μόρφωση προσφέρουν.
Κι όμως δε λείπουν ούτε η καλή μουσική, ούτε το καλό θέατρο, ούτε ο καλός κινηματογράφος, ούτε οι εκθεσεις ζωγραφικής, ούτε οι χώροι άθλησης, ούτε τα μουσεία, ούτε τα βιβλία. Δυστυχώς αυτά είναι αγαθά που τα απολαμβάνουν λίγοι εκλεκτοί εραστές της ποιότητας.
Ο σημερινός Ελληνας λοιπόν δεν ψυχαγωγείται, δε διασκεδάζει. Απλώς καμιά φορά αγοράζει διασκέδαση. Εγινε και η ψυχαγωγία ένα καταναλωτικό προιόν. Συμμετέχει σ’ αυτή παθητικά κι έτσι δε συντελείται η αναζωογόνηση και αναμόρφωση ης ψυχής. Και για αυτό συχνά η ελληνική διασκέδαση αντί για χαρά γεννάει θλίψη.
Είναι μια δυσάρεστη διαπίστωση ότι τα πλατιά στρώματα του ελληνικού υποσιτίζονται πνευματικά και μοιραία ψυχαγωγούνται σύμφωνα με τα καταναλωτικά πρότυπα του καιρού μας. Είναι μια μικρή εποχή με μικρές απολαύσεις.
γράφει ο Σαράντος Καργάκος