...

...

Ανοιξιάτικο απόγευμα στο Χάρακα, χρόνια πριν...

Αριστερά η Μαργαρώ η "Μακρού"
με τη ρόμπα την κλαρωτή και τα νιάτα της,
με τη ρόκα, την τουλούπα, το αδράχτι και το σφοντύλι
γνέθει τα χειμωνιάτικα πλεκτά.

Στη μέση η θεια–Μαρίνα η "Κορμαράκαινα",
η μαμή του Χάρακα με τη μαύρη μαντίλα,
με τη σφίγα και την ανέμη βάζει τα μασούρια για τον αργαλειό.

Δεξιά η Ματίνα, η κόρη της πλέκει με τις βελόνες πουλόβερ.
Πίσω κρεμασμένα τα αρμάθια φρέσκα και ξερά.

Μια ολόκληρη βιοτεχνία σε μια αυλή...

Το φυσικό περιβάλλον του Ζάρακα

Ο Ζάρακας, το δυσπρόσιτο βορειοανατολικό άκρο του νομού Λακωνίας, είναι η περιοχή των νότιων απολήξεων του Πάρνωνα. Οι πολλές απότομες ορθοπλαγιές και τα φαράγγια δίνουν την εντύπωση έντονα ορεινού τοπίου ωστόσο το υψόμετρο δεν είναι μεγάλο: η ψηλότερη κορυφή νότια από τα Πήλιουρα μόλις ξεπερνά τα 1300m ενώ στον ευρύτερο Ζάρακα υπάρχουν ακόμα 17 κορυφές με υψόμετρο > 1000m. Οι ανατολικές πλαγιές των βουνών βυθίζονται απότομα στο Μυρτώο πέλαγος ενώ στην έξοδο των φαραγγιών προς την ακτή σχηματίζονται μικρές και μεγάλες χαλικόστρωτες παραλίες παραδείσιας ομορφιάς.
Κύριο βιοφυσικό γνώρισμα του Ζάρακα, γνωστό από τα αρχαία χρόνια, είναι η έλλειψη επιφανειακού γλυκού νερού, γεγονός που αποδίδεται στο ασβεστολιθικό γεωλογικό υπόβαθρο της περιοχής το οποίο δεν συγκρατεί νερό επιφανειακά αλλά «ρουφάει» σαν σφουγγάρι όλες τις επιφανειακές απορροές προς τον υπόγειο υδροφόρο ο οποίος συχνά καταλήγει στην θάλασσα. Τρεις μόνο πηγές αναφέρονται επιβεβαιωμένα από ολόκληρο τον Ζάρακα: στην Πανώβρυση Κυπαρισσίου, στην Κρεμαστή και στο Γκιότσαλι. Δεν είναι τυχαίο εξάλλου ότι ολόκληρη η πρωτογενής παραγωγή της περιοχής περιλαμβάνει και σήμερα αποκλειστικά ξηρικές καλλιέργειες και χρήση στερνίσιου νερού από τις χωμάτινες «λούτσες» που κατασκεύαζαν οι κτηνοτρόφοι για το πότισμα των ζώων στα ορεινά τμήματα της περιοχής.
Η βλάστηση του Ζάρακα απαρτίζεται από βιοκοινότητες προσαρμοσμένες στην έλλειψη νερού για μεγάλο διάστημα του έτους. Οι δασικές εκτάσεις της ενδοχώρας (π.χ. στις λοφώδεις εξάρσεις πλησίον του Αγίου Δημήτρη και τριγύρω από τον Χάρακα) καλύπτονται συχνά από φρύγανα, χαμηλή βλάστηση από ακανθώδεις θάμνους (όπως τα γένη Sarcopoterium, Coridothymus, Euphorbia, Genista) που εμφανίζουν εποχιακό διμορφισμό, αποβάλλουν δηλαδή φύλλωμα κατά την θερινή περίοδο περιορίζοντας έτσι τις απώλειες νερού. Σε μεγαλύτερο υψόμετρο στο όρος Χιονοβούνι εκτείνεται πυκνό δάσος κεφαλληνιακής ελάτης (Abies cephalonica). Αυτό το είδος ελάτης είναι ενδημικό της Ελλάδας (δηλαδή δεν απαντάται πουθενά αλλού στον κόσμο παρεκτός της Ελλάδας) και απαντάται σε ορεινά δάση της ηπειρωτικής χώρας (Μαίναλο, Ερύμανθος, Ταϋγετος, Πάρνηθα και αλλού) και των νησιών Κεφαλονιά και Εύβοια. Το ελατόδασος στο Χιονοβούνι συνιστά το νοτιότερο όριο της συνολικής γεωγραφικής κατανομής του είδους στην Ελλάδα και επομένως στον κόσμο. Συγκεκριμένες μετρήσεις για τα οικολογικά χαρακτηριστικά του δάσους δεν υπάρχουν αν και θα ήταν σημαντικό να διερευνηθεί στο πλαίσιο π.χ. ενός διδακτορικού αν η γεωγραφική του απομόνωση έχει οδηγήσει σε κάποια ιδιαίτερα οικολογικά γνωρίσματα που το διαφοροποιούν σε σύγκριση με άλλα, πλησιέστερα σε ανθρώπινους πληθυσμούς, ελατοδάση. Πάντως, το δάσος αυτό παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον γιατί:
α. δεν υφίσταται δασοπονική εκμετάλλευση επομένως οικολογικά χαρακτηριστικά όπως η διασπορά, η αναγέννηση, η ηλικιακή κατανομή των δέντρων και η βιοποικιλότητα αναμένεται ότι επηρεάζονται αποκλειστικά από φυσικές διαδικασίες και όχι από ανθρωπογενείς παρεμβάσεις
β. στην περιοχή του Κυπαρισσίου, το δάσος παρουσιάζει τάσεις επέκτασης σε ασυνήθιστα χαμηλό υψόμετρο: κατά τόπους τα έλατα έχουν εισχωρήσει στους ελαιώνες
γ. ο δυσπρόσιτος χαρακτήρας του δάσους το καθιστά δυνητικό καταφύγιο για είδη ζώων ευάλωτα στην ανθρώπινη παρουσία

Μεγάλες εκτάσεις στο οροπέδιο της Κρεμαστής, στα Πήλιουρα, στην Μπαμπάλα και αλλού περιλαμβάνουν εγκαταλελειμμένες καλλιέργειες. Σύμφωνα με εμπειρικές μαρτυρίες για το στάρι, «…..δεν υπήρχε χώρος κατάλληλος που δεν σπερνόταν. Αν κάποιος γύριζε στην περιοχή, ακόμα και στις πλαγιές των βουνών, θα παρατηρούσε ότι όπου υπήρχε γη με λίγο χώμα σπερνόταν. Οι πλαγιές είναι γεμάτες με πέτρινα πεζούλια (δαμάκια)…..»[1]. Σήμερα οι καλλιέργειες αυτές έχουν εγκαταλειφθεί και οι παλιές πεζούλες αποικίζονται σιγά-σιγά από είδη της άγριας χλωρίδας και σε αρκετές περιπτώσεις δασώνονται. Σε πολλά σημεία της ενδοχώρας πάντως είναι ακόμα ορατές οι πεζούλες που ξεχώριζαν μεταξύ τους μικρά χωραφάκια με φτενό χώμα στα οποία στηρίχτηκε η επιβίωση δεκάδων κατοίκων στα χωριά της ενδοχώρας.

Στα φαράγγια, σε πλαγιές εκτεθειμένες στην βροχή και σε μεγαλύτερο υψόμετρο παρατηρούνται πυκνοί θαμνώνες με χαρουπιές (Cercis siliquastrum), πουρνάρια (Quercus coccifera), αγριελιές (Olea europaea), σχίνο (Pistacia lentiscus), σπάνια βελανιδιές (Quercus spp). Πρόκειται για τους Μεσογειακούς θαμνώνες ή αλλιώς μακία βλάστηση ή αείφυλλα πλατύφυλλα τα οποία αποτελούν τον πιο εκτεταμένο δασικό τύπο στα χαμηλά υψόμετρα της ηπειρωτικής Ελλάδας. Οι αδιάφοροι για πολλούς (εξαιτίας της συχνότητας εμφάνισής τους) και σκονισμένοι το καλοκαίρι Μεσογειακοί θαμνώνες μετατρέπονται σε πολύχρωμο βοτανικό παράδεισο την άνοιξη όταν πλημμυρίζουν από λουλούδια όπως οι ίριδες, οι παπαρούνες, τα ανοιξιάτικα κυκλάμινα, οι τουλίπες, οι κρόκοι και οι σπάνιες ορχιδέες….


Από την χερσόνησο του Μαλέα αναφέρονται εξήντα δύο (62) ενδημικά είδη για την χλωρίδα από τα οποία δεκαπέντε (15) απαντώνται μόνο στην νότια Πελλοπόνησο και πουθενά αλλού στον κόσμο. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει ο δενδρόκεδρος (Juniperus drupacea), ένα ασιατικό δέντρο με μοναδική γνωστή περιοχή εξάπλωσης στην Ευρώπη τον Πάρνωνα. Συστάδες του δενδρόκεδρου απαντώνται και νότια από τα Πήλιουρα, σε υψόμετρο πάνω από τα 800m.

Λιγότερα στοιχεία είναι γνωστά για την πανίδα: στην περιοχή έχουν καταγραφεί ή έχει εκτιμηθεί ότι υπάρχουν τουλάχιστον 3 ζευγάρια σπιζαετού (Hieraaetus fasciatus), 1 – 2 ζευγάρια χρυσογέρακου (Falco biarmicus), 4 – 10 ζευγάρια μπούφου (Bubo bubo) καθώς και φιδαετός (Circaetus gallicus). Στην ακατοίκητη βραχονησίδα Δασκαλιό υπάρχει αποικία κορμοράνων (Phalacrocorax aristotelis) και στο εσωτερικό του όρμου του Γέρακα ξεκουράζονται κατά την μετανάστευση πάπιες, βουτηχτάρια και κύκνοι. Στα ελατοδάση έχουν καταγραφεί δύο είδη δρυοκολαπτών (Picus viridis και Dendrocopus major). Το μοναδικό επικίνδυνο για τον άνθρωπο κατά το δάγκωμα φίδι στον Ζάρακα είναι η οχιά (Vipera ammodytes). Όσον αφορά τα μεγάλα θηλαστικά, τo τσακάλι (Canis aureus) έχει πιθανόν εξαφανιστεί από την περιοχή αλλά η Μεσογειακή φώκια (Monachus monachus) έκανε πρόσφατα την επανεμφάνισή της στο Κυπαρίσσι αν και δεν έχει εξακριβωθεί αν όντως φώλιασε στην περιοχή ή ήταν περαστική.

Το τοπίο στον Ζάρακα είναι πραγματικά γοητευτικό: στην ενδοχώρα εντυπωσιάζει το βραχώδες και μεγαλόπρεπο οροπέδιο της Κρεμαστής, σαν εικόνα από την «Άγρια Δύση» με Μεσογειακούς όρους ωστόσο. Για όσους ορειβατούν, μια βόλτα στα ελατοδάση θα αποτελέσει έξοχη εμπειρία. Το πέλαγος όπως το αντικρίζει κάποιος από τον Σταυρό στον Χάρακα μοιάζει να αγγίζει τον ουρανό και να γίνονται ένα στον ορίζοντα. Και όποιος ταξιδεύει στην θάλασσα παράλληλα με την ακτογραμμή θα συνεπαρθεί από την εικόνα των κορυφών που ξεπροβάλλουν η μία μετά την άλλη καθώς και τις πλαγιές των βουνών που κατρακυλούν προς το πέλαγος, αφήνοντας, σαν ίχνη, κατά τόπους ονειρεμένες παραλίες: η περιοχή από τον Φωκιανό μέχρι την Μονεμβάσια αποτελεί ίσως εκείνο το παραθαλάσσιο τμήμα με τις μικρότερες ανθρωπογενείς επεμβάσεις σε σύγκριση με την υπόλοιπη Αν. Πελοπόννησο.

Ελάχιστες ενδείξεις υπάρχουν για εκτεταμένες δυσμενείς ανθρωπογενείς επιπτώσεις στην περιοχή: κάποιες ανησυχίες για υπερβόσκηση αντιμετωπίζονται με επιφύλαξη εφόσον η σημερινή κτηνοτροφία στον Ζάρακα υπολείπεται κατά πολύ εκείνης κατά τα μέσα του 20ου αιώνα ή ίσως και παλαιότερα. Δεν υπάρχουν μετρήσεις που να υποδεικνύουν ανθρωπογενώς προσκληθείσα ρύπανση στην θάλασσα. Η δε τουριστική ανάπτυξη κυρίως στο Κυπαρίσσι και στον Γέρακα έχει μέχρι στιγμής διατηρήσει τις υφιστάμενες χρήσεις γης στο μεγαλύτερο τμήμα των οικισμών. Στην Μπαμπάλα ή στον Ντάμο, στο Λιμάνι Γέρακα ή στην Βρύση, ο Ζάρακας διατηρεί πολλές φυσικές ομορφιές που μπορεί ο καθένας να απολαύσει!
γράφει η Κέλλη Παπαπαύλου, βιολόγος Msc Οικολογία
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Aλεξάκη Ε. (1985): Ζάρακας, Σειρά: ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΗ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ, Εκδόσεις ΜΕΛΙΣΣΑ, σελ. 40
Ηλιόπουλος Π. (2006): Κυπαρίσσι Λακωνίας. Το χωριό μου, Εκδόσεις ΜΝΗΜΕΣ, σελ.165
Μπούσμπουρας, Δ., (2007): Καταγραφή στοιχείων του φυσικού περιβάλλοντος του Δήμου Ζάρακα και προτάσεις για την προστασία – διαχείριση και ανάδειξή του, σελ. 139, Δήμος Ζάρακα.
[1] Απόσπασμα από το βιβλίο «Κυπαρίσσι Λακωνίας. Το χωριό μου», Π.Ηλιόπουλος, 2006, εκδόσεις ΜΝΗΜΕΣ