...

...

δεν χαρίζουμε κάστανα........


Άντρες ,γυναίκες και παιδιά της Μάνης ,το μόνο επάγγελμα που ήξεραν να κάνουν στα παλιά τα χρόνια ,ήταν τα όπλα.
Για τα χωριά τους δεν έλεγαν ότι έχουν τόσους κατοίκους,παρά «τόσα τουφέκια».
Κανένας κατακτητής δεν πάτησε εκεί το πόδι του ,ούτε Φράγκοι,ούτε Αλβανοί.
Ο ίδιος ο Ιμπραήμ ,που έκαψε την Πελοπόννησο ,μόνο τη Μάνη δεν μπόρεσε να πάρει.
Στα 1826 προσπάθησε να τους ξεγελάσει.Χώρισε σε δύο το στρατό του και τράβηξε τους Μανιάτες προς τον Αλμυρό ,ενώ η άλλη φάλαγγά του –από τον όρμο του Δηρού –ανέβηκε στα έρημα χωριά τους.
Αλλά τα γυναικόπαιδα,που βρέθηκαν εκεί ,τους έδιωξαν με πέτρες και δρεπάνια.
Ωστόσο,ο Ιμπραήμ ,που κατάλαβε γρήγορα,ότι δεν επρόκειτο να τους νικήσει με πόλεμο ,αλλά μονάχα με «μπαμπεσιά» ,έστειλε μέσα στα χωριά της Μάνης τους κατασκόπους του,ντυμένους καστανάδες .
Αυτοί ,για να πληροφορηθούν από τις γυναίκες και τα παιδιά ,που βρίσκονται κρυμμένοι οι άντρες ,αρχίζουν να χαρίζουν τα κάστανά τους ,αντί να τα πουλάνε.
Αυτό έκανε εντύπωση σε όλους και τους έβαλε όλους σε υποψία.
Αμέσως τότε ειδοποίησαν για τα καθέκαστα και ύστερα από λίγο ,κατέβηκαν οι αρματολοί στα χωριά ,έπιασαν τους καστανάδες και τους ανάγκασαν να ομολογήσουν την αλήθεια.
Όταν οι κατάσκοποι τρέμοντας ,τι θα τους έκαμαν τώρα που είπαν την αλήθεια ,οι Μανιάτες αποκρίθηκαν : «Εμείς δεν χαρίζουμε κάστανα».Δηλαδή ,θα σας τιμωρήσουμε όπως σας αξίζει.

ΟΙ ΠΕΡΙΦΡΟΝΗΜΕΝΟΙ ΦΙΛΟΙ ΜΑΣ



  Αγνοημένα και περιφρονημένα είναι σήμερα τα τετράποδα ,παρόλο που προσφέρουν μεγάλες υπηρεσίες στον τόπο μας ,τόσο στον καιρό της ειρήνης όσο και σε κάθε πόλεμο .
Αν όλοι γνωρίζαμε και συνειδητοποιούσαμε πόσο βοήθησαν τους χωρικούς μας αλλά και το στρατό μας ,η γνωστή φράση «είσαι μουλάρι» δεν θα ήταν βρισιά αλλά κοπλιμέντο.
Στον Ελληνο-ιταλικό πόλεμο τα πήρε ο στρατός .
Τα μουλάρια βοήθησαν σημαντικά στις νίκες του στρατού μας.
Χωρίς τα μουλάρια ,τα πυρομαχικά ,τα τρόφιμα και τα κανόνια του ορειβατικού πυροβολικού δε θα έφταναν στα χιονισμένα βουνά της Αλβανίας.
Εκατόν πενήντα χιλιάδες μουλάρια απ’όλη την Ελλάδα πήραν μέρος στον δοξασμένο αυτό πόλεμο.
Και η ιστορία των συμπαθών αυτών τετραπόδων δεν περιορίζεται στη σύγχρονη εποχή.
Ας γυρίσουμε χιλιάδες χρόνια πίσω στην Αττική τότε που έχτιζαν τον Παρθενώνα,το Ερέχθειο ,το Ναό της Απτέρου Νίκης και τα άλλα θαυμαστά οικοδομήματα ,θα ιδούμε ότι τα μουλάρια κουβαλούσαν τα μάρμαρα από την Πεντέλη.
Ζεμένα τέσσερα – τέσσερα έσερναν βαριές ξύλινες καρότσες ή δυο κορμούς κυπαρισσιών τοποθετημένους παράλληλα .
Καραβάνια μουλαριών πηγαινοερχόντουσαν χρόνια ολόκληρα Πεντέλη – Αθήνα.
Ο μεγάλος φιλόσοφος Αριστοτέλης αναφέρει αυτή τη συγκλονιστική λεπτομέρεια για τα μουλάρια της Αττικής:
 Ένα από αυτά που δέκα ολόκληρα το χρησιμοποιούσαν στη μεταφορά των μαρμάρων ,γέρασε.
Ο επιστάτης το λυπήθηκε και αποφάσισε να το αφήσει ελεύθερο.
Αλλά εκείνο,μαθημένο στη διαδρομή δε σταμάτησε ,ακολουθούσε τα άλλα που αγκομαχούσαν πέρα – δώθε ,λες και ήθελε να συμμεριστεί τα βάσανά τους .
Στη συνοικία των Αθηνών που πωλούσαν τα σιτηρά τους απαγορευόταν αυστηρά η είσοδος των ζώων.
Εξαίρεση έγινε για αυτό το μουλάρι ,που όλοι το τάιζαν με μπόλικο κριθάρι.
    Στο χωριό μας κατ’εξοχήν ορεινό και άγονο ,χωρίς κάμπους και δρόμους ,τα μουλάρια ήταν απαραίτητα και πολύτιμοι σύντροφοι και υπηρέτες.
Σχεδόν όλα τα σπίτια είχαν ένα ή περισσότερα μουλάρια .Με αυτά έκαναν όλες τις δουλειές τους,από τη βασική εργασία του οργώματος «καμάτι» -πολύ λίγοι χρησιμοποιούσαν βόδια όπως ο Κωτσοβάκης και ο Κορμαράκης –μέχρι όλες τις μεταφορές.
Με αυτά ή τα γαιδουράκια μετέφεραν από τα βουνά τους τόνους καυσόξυλα και το Χειμώνα ,τα δεμάτια από τα χωράφια στ’αλώνια όπου αν δεν υπήρχαν άλογα τα χρησιμοποιούσαν και στο αλώνισμα ,τον καρπό απ’τ’αλώνι στις κασόνες του σπιτιού ,και στη συνέχεια ,παλιότερα στους γύρω ανεμόμυλους και αργότερα στους νερόμυλους του Κυπαρισσιού για άλεσμα.
Τους τόνους άχυρα και σανό για τη χειμωνιάτικη τροφή τους ,όλα τα προιόντα εφοδιασμού των μαγαζιών ,όλα τα υλικά οικοδομών και τη δυσκολότερη μεταφορά που ήταν ξυλεία.
Να φανταστούμε το ανέβασμα από τις στενές «βόλτες» του Σταυρού σανιδιών και ξύλινων δοκαριών (τράβες)πολλών μέτρων.
Χρειαζόταν γερό μουλάρι και μεγάλη ικανότητα του αγωγιάτη (δεν μπορούσαν όλοι να την κάνουν αυτή τη δουλειά) ειδικός ήταν ο Λεούτσος.
Μια άλλη πολύ δύσκολη μεταφορά την οποία είχα παρακολουθήσει από κοντά στην Ύδρα ,στο μαγαζί του θείου μου Γιάννη Παπαγεωργίου ,ήταν η μεταφορά των βαρελιών από το μαγαζί που βρισκόταν ψηλά στο καίκι για να γεμίσουν μούστο από την Κάρυστο ,μεταφορά του μούστου με τουλούμια ,και πάλι ανέβασμα των βαρελιών μέσα από τα στενά δρομάκια της Ύδρας και όταν λέμε βαρέλια δεν εννοούμε 200 ή 500 κιλών αλλά για βαρέλια 1000 ή 1200 οκάδων .
Ήταν μια δύσκολη αλλά και θεαματική δουλειά μόνο για λίγους (ειδικός ο μακαρίτης μπαρμπα Γιάννης ο Βέγγος και ο γιος του με τα μουλάρια τους) .
Βεβαίως σημαντικό έργο εκτελούσαν τα μουλάρια ως μεταφορικά μέσα ανθρώπων.
Οι αγωγιάτες εκείνης της εποχής αντιστοιχούσαν στους σημερινούς ΄΄ταξιτζήδες΄΄.
Πεζοπορούσαν 5,10 ή και 15 ώρες ,Χάρακα ,Μολάους,Χάρακα Λεωνίδιο κ.λ.π και επιστροφή.


το εφήμερο ....... στην αυλή μου


31  μαη 




Ε ! όχι και νερό κυρά μου στα κολοκύθια !!


 

                                      
                                       ΘΥΜΗΣΕΣ ΠΑΛΙΕΣ Γράφει ο Γιώργος Κόκκορης

Η γενιά στην οποία ανήκουμε εμείς οι φτασμένοι τώρα στην Τρίτη ηλικία , ανδρωθήκαμε ζώντας απλή και φυσική ζωή,και προπαντός όσοι γεννηθήκαμε στα τότε χωριά της υπαίθρου,που δεν μπορούνε να συγκριθούνε καθόλου με τα σημερινά,ως προς την υποδομή τους γενικά.
Για εμάς τους Ζαρακίτες,οι δυνατότητες που είχαμε για δράση οικονομικού περιεχομένου,ήτανε περιορισμένες.
Προπολεμικά ο κάθε τότε νέος Ζαρακίτης που ήθελε να οικονομήσει λίγα χρήματα για να αγοράσει κάποιο κοστουμάκι,ρούχα ή κάποιο ζευγάρι παπούτσια της προκοπής για να μπορεί να εμφανίζεται στα πανηγύρια και στους γάμους των γύρω χωριών,εκτός από το σκάψιμο των αμπελιών στην αρχή της Άνοιξης ,ή κάποιο αγώγι με το μουλάρι ή άλογο ,(μεταφορά ανθρώπου ή εμπορεύματος) από χωριό σε χωριό,είχε και τη λύση να πηγαίνει και στα σύκα.
Κατεβαίναμε στα χωριά του Ασωπού,για το μάζεμα και το λιάσιμο των σύκων ,που τότε η παραγωγή εκεί ήταν μεγαλύτερη από τώρα..
Δεν είχανε γίνει τότε οι τωρινές γεωτρήσεις νερών ,που αλλάξανε οι καλλιέργειες και είναι περισσότερα τα ξυνόδεντρα και τα περιβόλια.
Το 1938 τον Αύγουστο ανάμεσα στους άλλους Ζαρακίτες που κατεβήκανε στα χωριά του Ασωπού για τα σύκα ,ήτανε κι ο Πισταμιώτης Παναγιώτης Αν.Κόκκορης ή ΄΄Αρκούδης΄΄.


Γνωστός και ακούραστος δουλευταράς ,αλλά και περήφανος σκληροτράχηλος Ζαρακίτης,που δεν δεχότανε ΄΄μύγα΄΄στο σπαθί του που λέει ο λόγος.
Φτάνοντας στην αγορά των Παπαδιανίκων,(Ασωπού)μαζί με τρεις κοπέλες Ζαρακίτισσες για εργάτριες ,βρέθηκε και ο κτηματίας ένας από τους δυνατότερους του χωριού , που του πρότεινε να δουλέψει για κείνον μαζί με την παρέα του.
Και χωρίς καθυστέρηση έπιασαν δουλειά.
Ο 19χρονος τότε Παναγιώτης δεν ήξερε τι θα πει κούραση ,και η δουλειά που έβγαζε ήταν για δύο και για τρεις και το αφεντικό ήταν ενθουσιασμένο από την επιτυχία της επιλογής που είχε κάνει ,και είχε τον εργάτη του με τις τρεις Ζαρακίτισσες στα ΄΄ώπα-ώπα΄΄ , και ΄΄γεια σου ρε λεβέντη Παναγιώτη΄΄.
Ενα μεσημέρι που τελειώσανε το μάζεμα από ένα κτήμα και έπρεπε να πηγαίνανε σε ένα άλλο,
ήτανε και η ώρα του φαγητού.
Το αφεντικό είπε στους εργάτες του να περνούσανε από το σπίτι του να φάνε ,και κατόπιν να πάνε στο άλλο κτήμα του.
Η σύζυγος του εργοδότη όμως όταν οι εργάτες φτάσανε στο σπίτι της ,μόλις είχε βγάλει από τη φωτιά τα κολοκύθια που είχε μαγειρέψει (είχε μπόλικα στο περιβόλι) και όπως ξέρουμε αυτά αργούνε να κρυώσουνε σχετικά ,για να μπορεί ο πεινασμένος δουλευτής ,ή ο κάθε βιαστικός να καταναλώσει.
Η αφεντικίνα όμως για να κερδίσει χρόνο εργάσιμης ώρας , θεώρησε σωστό να ρίξει κρύο νερό στα πιάτα με τα κολοκύθια ,χωρίς βέβαια να παραλείψει και εκείνο του Παναγιώτη.
Του οποίου το φιλότιμο άναψε και βρόντηξε ,και χωρίς να χάσει δευτερόλεπτο το πιάτο με τα κολοκύθια βρέθηκε στον απέναντι τοίχο του σπιτιού και έγινε θρύψαλα.
Και με ύφος που δεν άφηνε περιθώρια για συζήτηση της είπε:
Ε!όχι και νερό κυρά μου στα κολοκύθια!! Για τι μας πέρασες ; για αιχμάλωτους;
όχι κυρά μου ,είμαστε ελεύθεροι εργάτες και καλύτεροι άνθρωποι από εσάς!!
Και αμέσως πήρε τις τρεις εργάτριες μαζί του και έφυγε ,χωρίς να δεχτεί παιρετέρω εξηγήσεις ή προτάσεις αναμονής.