...

...

ΑΝΑΤΟΛΗ στην παραπόλα ......


οι ορίζοντες των παιδικών μας χρόνων ...............στο χωριό μας - στην ζωή μας
σ.π





εγώ η ίδια συνήθως δεν ζητώ - ούτε και παίρνω τίποτα
απ' όσα φορτικά επιμένει - να δίνει η ελπίδα
εκτός αν μου δώσει - κανένα κλειδί

τότε ναί , ταπεινώνομαι - χωρίς ντροπή το αρπάζω

ό,τι κλειδί και να ΄ναι αυτό - και άλλης πόρτας , ξένο

το αρπάζω -

παρά να μείνω έξω

ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ






ΦΡΙΤΖΗΛΑΣ ΘΕΟΔΩΡΟΣ του Παναγιώτη & της Παναγιώτας



Γεννήθηκα το 1930 , σε ένα μικρό χωριουδάκι ,τα Πιστάματα ,
στην περιοχή του Ζάρακα Λακωνίας.
Στα έξι μου χρόνια , πήγα στο Δημοτικό στον Λαμπόκαμπο , και τελείωσα την Τετάρτη.
Μετά άρχισε ο πόλεμος ,έκλεισαν τα σχολεία ,και δεν ενδιαφέρθηκα ξανά για γράμματα,αφού και οι γονείς μου ήταν φτωχοί και δεν είχαν τις ανάλογες δυνάμεις.
Η ζωή κυλούσε μέσα σε στερήσεις (πείνα,δυστυχία,κατοχή) , μετά ξέσπασε ο εμφύλιος με φόβο,τρόμο,και κακομοιριά.
Μέσα σε όλα αυτά αναγκάστηκα να μπω στη βιοπάλη , αρχίζοντας από τσοπανάκος με μερικά γιδοπρόβατα και αργότερα στα δεκάξι ασχολήθηκα με τις γεωργικές δουλειές (όργωμα-σπορά-θερισμό,αλώνισμα κ.λ.π.)
Παρόλα αυτά,όταν γινόταν πανηγύρι,πήγαινα στο χωριό –αποκριές , Χριστούγεννα , Πάσχα-και γλεντούσα παρέα με μερακλήδες γερόντους , αφού κι εγώ , ήμουνα γεννημένος μερακλής.Τραγουδούσα , χόρευα , έπινα κρασάκι , ξενυχτούσα μαζί τους.
Κοντά τους έμαθα όλα τα παλιά , καλά τραγούδια του Ζάρακα και κει άρχισα να δημιουργώ τα πρώτα δικά μου στιχάκια.
Ήταν «σάτυρες» που σχολίαζαν τα καλά ή τα άσχημα γεγονότα , αλλά δυστυχώς δεν τα κρατούσα γραμμένα…
Όταν υπηρέτησα φαντάρος στις σκοπιές ,στα φυλάκια ,στους θαλάμους,κ.λ.π. , έγραφα σε στιχάκια «το βίο του φαντάρου».
Απολύθηκα , παραμένοντας σκόπι (άβγαλτος) χωρίς να έχω γνωρίσει τη ζωή της πολιτείας. Ξαναγύρισα στη ζωή του χωριού , πρόβατα , γίδια , γεωργικές καλλιέργειες , μένοντας μέχρι σήμερα στα ίδια μέρη…
Σατίριζα τους χωριανούς μου,τους πολιτικούς ,την εποχή της επταετίας κλ.π…
Το 1981,είδα στην τηλεόραση , στην εκπομπή «να η ευκαιρία» κάποιον να απαγγέλει στίχους σαν τους δικούς μου,και διαπίστωσα ότι παρόμοια γράφω και γω. Από τότε άρχισα να τα συγκεντρώνω σε χαρτί με την επιθυμία να το παρουσιάσω στην εκπομπή .
Συνεχίζω την ίδια ζωή αλλά τώρα όταν μαζεύω ελιές ,κατεβαίνω από τη σκάλα για να γράψω στίχους που μου΄ρχονται εκείνη την ώρα,όταν καματεύω σταματάω το ζευγάρι ,όταν θερίζω αφήνω το δρεπάνι ,και τα γράφω όπου βρωΈγραψα δύο γράμματα ,αλλά δεν έλαβα απάντηση μέχρι που σταμάτησε η εκπομπή…
Τότε σταμάτησα και γω να γράφω ,γιατί δεν είχα κανέναν να με προωθήσει.
Τι,να σπάζω το κεφάλι μου τζάμπα;
Αλλά βρεθηκαν δυο φίλοι μου ,που μου πρότειναν να τα μαζέψουμε
και να τα κάνουμε βιβλίο…
Ετσι τα ερεθίσματά μου , βρίσκονται μπροστά σου να τα απολαύσεις…
Και σας ευχαριστώ…
Θεόδωρος Φριτζήλας

ΓΙΑ ΤΗ ΜΑΝΑ

Δεν υπάρχει άλλο πράγμα - πιο γλυκό από τη μάνα
ό,τι και να δοκιμάσεις - πάλι μάνα θα φωνάξεις.

Όποιος έχει δίπλα του τη μάνα - η χαρά είναι άλλο πράγμα
για κείνον που δεν έχει μάνα - η χαρά του γίνεται κλάμα.

Τον πόνο σου και τη χαρά - η μάνα θα το μάθει,
σαν Παναγία το Χριστό - και εσένα θα θηλάσει.

Όχι ποτές δε θα σου πει - κι έτσι δε θα σ’αφήσει
και το φαρμάκι στην καρδιά - μέλι θα το ποτίσει…

όταν σε βλέπει να πονάς - κι αυτή αναστενάζει…
και δίπλα στο προσκέφαλο - κουράγιο να σου κανει…


ΣΤΗ ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΠΑΤΕΡΑ
Μια Κυριακή ξημέρωμα - 11 του Ιούνη



ΤΗΝ ΑΝΟΙΞΗ ΠΕΡΠΑΤΗΣΑ
Την Άνοιξη περπάτησα - στα μέρη τα ανθισμένα
πολλά λουλούδια μύρισα - δεν έκοψα κανένα.

Φοβόμουν μη μου μαραθεί - μετά και το πετάξω,
και έτσι θα σκεφτόμουνα - πως είχα κάνει λάθος.

Το λάθος όμως έγινε -το κόψω δεν το κόψω
γιατί κι αυτό μαράθηκε - χωρίς να το γλιτώσω.

Ωραίο είναι την αυγή - οταν μοσχομυράει,
αλλά κι αυτό μαραίνεται - κι ο άνθρωπος γερνάει.

ΚΑΚΟΥΡΓΑ ΑΜΥΓΔΑΛΙΑ
Μωρή κακούργα αμυγδαλιά - που ανθείς απ΄το Γενάρη




Είμαι ένα χωριατόπαιδο - όμορφο λεβεντόπαιδο
δε με αγάπησε καμία - γιατί ζω στην επαρχία

Πάμε φως μου στην Αθήνα - κι ας πεθάνω από την πείνα
θέλω να φύγω απ΄το χωριό - βαρέθηκα το κουτσομπολιό.
Το ρομάντζο να διαβάζω - και τα νύχια μου να βάφω
πάμε φως μου στην Αθήνα - κι ας πεθάνω από την πείνα.

Στην Αθήνα θα δουλεύεις - και δε θα κουτσομπολεύεις
και θα θυμάσαι το χωριό - ταντέλα και περιοδικό.

Η Αθήνα θέλει φράγκα - κι όχι έξοδο τα βράδια
αν με αγαπάς ,πάρε με δω - κι ας είμαι φως μου στο χωριό.

Θα σε ζω στα μεγαλεία - που δεν τα ΄χει άλλη καμία
θα είσαι αρχόντισσα κυρία - πιο καλά κι απ΄την Αθήνα
κι όσοι κουτσομπολεύουνε - τότες θα μας ζηλεύουνε…

απο το βιβλίο ο αυτοδίδακτος ποιητής φριτζηλάκος -1998

μες στην δική σου ομορφιά - το νου μου έχω χάσει

Όπως χαράζει η αυγή - είν’το χαμόγελό σου,
αστράφτουνε τα μάτια σου - κι όλο το πρόσωπό σου.

Δέντρα σε καμαρώνουνε - διαβάτης σε θαυμάζει
κι όταν σπάζεις χαμόγελο - όλα τα ξεκουράζεις…

Και άλλοι θέλουν να γελούν - δεν σκάζουνε τα χείλη
της χάρης τα χαμόγελα - στον κόσμο τα ΄χουν λίγοι.

ΤΙ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ ΣΤΑ ΧΩΡΙΑ
και τα τινάζεις τα άνθη σου - στη μπόρα του Φλεβάρη.

Δεν πρόσεξες τα άνθη σου - είσαι ξεμυαλισμένη
σαν την κοπέλα τη μικρή - που είναι ερωτευμένη.

Δε σε τρομάζει η βροχή - η μπόρα το χαλάζι
σαν την κοπέλα τη μικρή - που δεν ακούει συμβουλές
όταν πρωταγαπάει…

όταν ανοίξει ο καιρός - τα άνθη σου έχουν πέσει
και η κοπελιά όταν σκεφτεί - με άλλον τα ΄χει μπλέξει


ΓΕΛΑΣ
ο Παναγής Φρυτζάλας πέθανε - αυτό το μάθαν ούλοι.

Η Ντέντε αναστέναξε - και η μεγάλη ρίζα
που μια ζωή τα απολάμβανε - με πρόβατα και γίδια.

Δεν έφταναν τα βάσανα - που πέρασε στη νιότη,
στο τέλος τα γεράματα - του κόψαν και το πόδι.

Απ’ όταν εγεννήθηκε - με πρόβατα και γίδια
στα χειμαδιά και στο Νταβί - με κρύα και με πείνα…

Με αρμύρα και με λάχανα - και με νερομπαμπάλα
μα και το εκλεκτότερο - ήτανε τα τριφτάδια.

Ένα τσιμπούκι και ο καπνός - ητανε η ζωή του
που το αγαπούσε και αυτό - σαν να ΄τανε παιδί του.

Όλα τα είχε υστερηθεί - εκείνο όμως όχι
Όλα θε να του λείπανε - αυτό έπρεπε να το ΄χει.

Άνθρωπο δεν αδίκησε - σε όλη την πορεία
κι έφυγε υπερήφανος - από την κοινωνία…
Γελάς και τα βουνά γελούν - οι κάμποι και τα δάση

ΤΟ ΧΩΡΙΟΝ ΧΑΡΑΞ



Η ονομασία ελήφθη από την παρακειμένην απόκρημνον και πολύ δύσβατον φάραγγα.
Εις την αρχήν εσήμαινε τον τόπον και κατόπιν το όνομα της πολίχνης.
Η κτίσις του πρέπει να αναχθεί εις τους βυζαντινούς χρόνους.
Με χρυσόβουλον λόγον του αυτοκράτορος του Βυζαντίου Βασιλείου του Α΄ το 881 μ.Χ. διετάσσετο η σύστασις ναυτικών σταθμών ,διά να επιτηρούν και και να κατοπτεύουν την κίνησιν των διερχομένων πλοίων ,ίδια των Σαρακηνών πειρατων της Κρήτης.
Μεταξύ των ιδρυθέντων σταθμών αναφέρεται και ο του Χάρακος.
Ως πλέον επιτηδεία διά τον σκοπόν αυτόν εθεωρήθη η θέσις εις την «Παλιόχωρα».Ο εν λόγω σταθμός εξειλίχθη εις σημαντικήν πολίχνην.
Εκεί παρατηρούνται ερείπια εκκλησιών και άλλων οικοδομημάτων.
Οι γνωστοί αρχαιολόγοι Vace και Hasluck γράφουν «το κοινώς λεγόμενον κάστρον του Χάρακος (Παλιοχώρα) επί της κορυφής ενός ρομαντικού αυχένος καθώς και το παρόμοιον της Ρηχέας δεν είναι άλλο παρά εν κατεστραμμένον μεσαιωνικόν χωρίον.»
Επίσης ο Philippson γράφει «όταν φθάνωμεν επάνω (Σημ.εις την κορυφήν του «Σταυρού») βλέπομεν να υψούνται επί της απέναντι κορυφογραμμής εις ερειπωμένος μεσαιωνικός συνοικισμός».
Το σημερινόν χωρίον ,εις ην θέσιν ευρίσκεται ,κατά πάσαν πιθανότητα εκτίσθη εις τους εσχάτους χρόνους της τουρκικής Κατοχής.
Προς Β.του χωρίου υπήρχε το μοναστήριον του Αγίου Ιωάννου Θεολόγου ονομαστόν εις ολόκληρον την περιοχήν του Ζάρακος.
Κατά τον εορτασμόν προσήρχετο πλήθος προσκυνητών από τις Σπέτσας ,το Κρανίδι,την Ερμιόνην κ.λ.π.


Από το βιβλίο του ΑΝΤΩΝΗ ΚΑΤΣΩΡΗ
ΕΠΑΡΧΙΑ ΕΠΙΔΑΥΡΟΥ ΛΙΜΗΡΑΣ - 1972




1932 - στην εορτή του Αγίου Ιωάννου του θεολόγου

ΧΑΡΑΚΑΣ........71 χρόνια πριν

ΖΕΣΤΕΣ
Μα τι ζέστες ,τι κακό - που μας ηύρε φέτος πάλι
έγινε σωστό καζάνι -το φτωχό μας το κεφάλι.

Τριγυρνάμε σα χαζοί - σαν τους πότας κοκαίνης
και ξερνάμε τον ιδρώτα - σαν κανάτια της Αιγίνης.

Κι οι γυναίκες τι καλές! βρήκανε την ευκαιρία
να μας δείξουνε στην πράξη - τι εστί οικονομία!

Καταργήσανε τα μανίκια πλάτινα - τα ντεκολτέ τους
και κοντύναν τα φουστάνια - όσο δεν ήσαν ποτέ τους.

Έτσι βγήκανε στη φόρα - μπράτσα , στήθια και πολλά άλλα
που μεγάλωσαν της ζέστης - τα δεινά μας τα μεγάλα.

Ας ευχόμαστε λοιπόν - για να πάψει αυτό το χάλι
να το ρίξουν για λίγο - οι γυναίκες στη σπατάλη.

Γιατ’αλλιώς ,τι να σας πω - με τη φλόγα και τη ζάλη
θα ξεσπάσουνε σ’αυτές - οι καημοί μας οι μεγάλοι!!

Ο Σμπάρος

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ

Γεννήσεις . Η κ.Σταυρούλα Σωτ.Γκιουζέλη εγέννησε κοριτσάκι.

Βαπτίσεις . Ο κ.Πέτρος Ιω. Χελιώτης εβάπτισε το αγοράκι του κ.Γεωργίου Πάνου Πετρολέκα,ονομάσας αυτό Παναγιώτην.

Αρραβώνες . Ο κ.Παναγιώτης Γ.Πετρολέκας ή Ράλλης και η δις Μαρία Ιω.Χελιώτη ηρραβωνισθησαν.

Θάνατοι . Απεβίωσε εις ηλικίαν 83 ετών η Κυριάκα Σ.Παπαγεωργίου.


Η 4Η ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ
ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 1939Και φέτος η 4η Αυγούστου εωρτάσθη με περισσή μεγαλοπρέπεια και επιβλητικότητα.
Την πρωίαν ετελέσθη δοξολογία υπό του ιερέως μας αιδεσιμώτατου Δημ.Πέππα ,βοηθουμένου και υπό του ιεροδιακόνου Αντ.Κόκκορη ,εις ην είχον προσέλθει όλοι οι κάτοικοι και οι φαλαγγίται του χωριού.
Μετά ο Παναγιώτης Δημ.Πέππας εξεφώνησεν ένα εμπνευσμένον και πλήρη ουσιών λόγον ,εις το τέλος του οποίου οι κάτοικοι εξέσπασαν εις ζωηράς εκδηλώσεις υπέρ του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου.

Ο ΔΡΟΜΟΣ ΑΓ.ΙΩΑΝΝΟΥΟ δρόμος Χάρακος –Αγ.Ιωάννου επισκευάσθη κατά το ήμισυ με τη μεγάλη δωρεά του εν Καλλιφορνία συμπατριώτου μας κ.Τζιρόμ ,του οποίου την γενναιοδωρίαν όλοι γνωρίζουν,ελπίζομεν ,ότι θα προβεί εις άλλην γενναίαν χειρονομίαν δια να επισκευασθή και το υπόλοιπον και δυσκολότερον τμήμα της οδού.

ΑΦΙΞΕΙΣΜε τις μεγάλες ζέστες που επικράτησαν από τις αρχές του Καλοκαιριού παρατηρήθηκε μια ζωηρή κίνηση παραθεριστών.
Ετσι μας επισκέφθησαν τον περασμένο μήνα από τα Μέθανα η κ.Κυριακούλα Σπυρ. Σκούρτη μετά των 3 τέκνων της ,από τις Σπέτσες ο κ.Θεόδωρος Τραιφόρος μετά της οικογενείας του και αι δίδες Βαρβάρα Σκαρμούτσου,Βενετία Βώκου και Δήμητρα Πετρολέκα ,εξ Αθηνών και Πειραιώς ο κ.Μιχαήλ Γκιουζέλης μετά της κυρίας του Φωτεινής ,η κ.Μαρ.Κων.Δούκα ,η κ.Αικατερίνη Κωσταντίνου Γραβίλη,ο κ.Γρηγ.Κομπόγιωργας ,η κ.Παναγ.Χρυσού.ο κ.Ιωάννης Λ.Πετρολέκας μετά των θυγατέρων του δίδων Χρυσούλας και Κούλας και του υιού του Παύλου ,ο κ.Ιωάννης Αντ.Ροβάτσος εκ Κυπαρισσίου , η κ.Παρή Τζωρτζ και πολλοί άλλοι.

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Θ. ΡΟΒΑΤΣΟΣ


Λουκούμι και νερό!Ιδού τα δύο ασάλευτα και ισχυρά θεμέλια επί των οποίων εστήριξεν όλη την μετέπειτα λαμπράν αυτού σταδιοδρομίαν και ανέλιξιν ο Δημήριος Θ.Ροβάτσος. Μάλιστα ! Φρέσκο λουκούμι και κρύο νερό , ήσαν εκείνα τα οποία πωλών διελάλει ανά μέσω των οδών και πλατειών της Ρουμανικής πρωτευούσης ,ότε μικρός ων μετέβη εκ Χάρακος , οπόθεν κατήγετο,προς εύρεσιν εργασίας και τα οποία υπήρξαν η απαρχή της όλης αυτής προόδου , μετά ταύτα,καθ’α είπομεν.
Οικονόμος πράγματι και μεμετρημένος όπως ήτο ο Δημήτριος Ροβάτσος κατορθώνει βαθμηδόν και κατ’ολίγον να συγκεντρώσει ένα μικρόν ποσόν εκ της πωλήσεως του αμυλώδους τούτου προιόντος,το οποίον τω επέτρεψεν να ανοίξει εν αρχή ένα μικρό μαγαζάκι , μια πορτούλα,να μεγαλώσει κατόπιν το μαγαζάκι αυτό σε πραγματικό κατάστημα ,και να το αντικαταστήσει τελικώς με ένα εκ των μεγαλυτέρων εργοστασίων παραγωγής ζακχαρωδών και αμυλωδών προιόντων της Ρουμανίας δυνάμενον μετ’ελαχίστων τινων άλλων ,να εξασφαλίσει τας ανάγκας της Ρουμανίας ως προς τα είδη ταύτα.
Λέπτομερείας δεν είμεθα εις θέσιν να παράσχωμεν ενταύθα , ως προς την όλην πορείαν και εξέλιξιν της βιομηχανικής επιχειρήσεως Ροβάτσου ,πάντως όμως ένα τυχαίον και απλούν περιστατικόν είναι αρκετόν να μας δώσει μιαν ιδέαν περίπου της οικονομικής ευρωστίας και ισχύος του Ροβάτσου καθώς και της θέσεως την οποία κατείχεν ούτος εν τω εμποροβιομηχανικώ κόσμω της Ρουμανικής επικρατείας και τη κοινωνία εν γένει.
Tαξιδεύων δηλαδή ,ο υποσημειούμενος εις πολύ παλαιοτέραν εποχήν από την σήμερον σιδηροδρομικώς από Κωστάντζης εις Βουκουρέστιον συνοδεία του τότε φίλου μου και συναδέλφου ιατρού κ.Γκόλντενμπεργκ εκ Κωστάντζης ,και λόγου γενομένου όλως τυχαίως ,από μέρους μου για έναν πατριώτη μου Ροβάτσο που βγάζει λουκούμι και χαλβά στο Βουκουρέστι βλέπω μετ’εκπλήξεως να αλλάσει όψιν αιφνιδίως το πρόσωπον του συνομιλητού μου δια να προσλάβη μιαν έκφρασιν σοβαρότητος και περισυλλογής .
-Μπα..! Και είναι πατριώτης σας ο Ροβάτσος;με ερωτά,με ένα είδος θαυμασμού τρόπον τινα και περιέργειαν Μπράβο!
Αυτό και μόνον το περιστατικόν δύναται ,νομίζομεν να μαρτυρήσει αρκούντως περί της θέσεως την οποίαν κατείχεν ο Ροβάτσος εν Ρουμανία!
Αν όμως δεν κατέχομεν στοιχεία καθ’όσον αφορά την όλην οικονομικήν εξέλιξιν του Δημ.Ροβάτσου ως εμποροβιομηχάνου ,κατέχομεν ως τοιαύτα καθ’όσον αφορά την φιλάνθρωπον και φιλογενή αυτού δράσιν.
Εμπλεως δηλαδή και ούτος όπως ο Πετρολέκας φιλογενών και χριστιανικών αισθημάτων ,ζων μεν διαθέτει γενναίον χρηματικόν ποσόν διά την ανέγερσιν του σημερινού ωραίου σχολείου της κοινότητος Χάρακος ,εις διαρκές και αιώνιον μνημόσυνον της αποθανούσης μονογενούς αυτού θυγατρός Σταματίνης , αποθνήσκων δε καταλείπει δυο ολοκληρων εκατομμυριων προπολεμικών δραχμών δια την ανέγερσιν και συντήρισιν εν Χάρακο νοσοκομείου διά την δωρεάν νοσηλείαν και περίθαλψιν εν αυτώ των πασχόντων Ζαρακιτών ,αλλά το οποίον κληροδότημα ένεκα της αποτόμου πτώσεων του Ρουμανικού λέι , μετά τον πρώτον ευρωπαικόν πόλεμον , δεν κατέστη δυνατόν να καρποφορήσει.
Πάντως όμως εάν το ως άτω κληροδότημα εξηνεμίσθη και απωλέσθη παραμένει όμως πάντοτε ζώσα η αγαθή προαίρεσιν του αειμνήστου Ροβάτσου, διά την οποίαν όπως και διά το σχολείον ,πρέπει να είναι εσσαεί ευγνώμονες οι Χαρακιώται προς τη μνήμην του.

Από το βιβλίο του ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΠΕΤΡΟΛΕΚΑ ιατρού ΖΑΡΑΞ 1960

ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 2010


πετσέτα θαλάσσης - βελούδινα απορροφούσε - το λιτό αφέγγαρο σχέδιο
στα μαυρόασπρα νερά της - το γαλήνιο σκαμπανέβασμα -μιας ακινησίας
έριχνε δίχτυα,ρόμβους - πλεγμένα ακανόνιστα - απο νήμα αφρώδους νοερού κυματισμού
την είχες απλώσει στην άμμο - μιας θάλασσας κοντινής - στην Επίδαυρο
πόσα χρόνια πίσω - απο τότε πόσες θερμές παραστάσεις - χειμώνιασαν
πόσα χρόνια γεμάτα κόσμο - που κατέβηκε - τι ωραία πετσέτα σου έλεγα
προσπαθώντας να ξεμπλέξω το χέρι μου - απ' των διχτυών τη σαγήνη που είχε - πιαστεί
πάρ'τη σ' τη χαρίζω - την τίναξες με δύναμη - την άμμο ασ' τη
την παίρνεις άλλη φορά -είπες .
ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ

Ο ΧΑΡΑΚΑΣ

σ΄ όλους τους τόπους κι' αν γυρνώ..
μόνον ετούτον αγαπώ..
οδυσσέας ελύτης

ΤΙ ΒΛΕΠΩ ΑΠΟ ΨΗΛΑ ( έκθεση )



Το μεγαλύτερο απ’τα θεάματα που έχω δει ποτέ μου είναι αναμφισβήτητα ο γκρεμός του χωριού μου.
Κι εκεί που περπατάς σ’ έναν ανώμαλο δρόμο,ξαφνικά ξεπροβάλλει ένας τρομερός γκρεμός σε ύψος.
Δεν ξεχωρίζεις ουρανό και θάλασσα.Θαρρείς πως έχουν πιαστεί χέρι χέρι για έναν ατέλειωτο χορό.Ψάχνεις τον ορίζοντα.Και όμως δεν τον βρίσκεις γιατί το μπλε και το γαλάζιο ενώθηκαν και παίζουν παιχνίδια με τον ήλιο.
Πουθενά δεν βλέπεις πράσινο κι όμως το τοπίο είναι ωραίο.
Γιατί ο Θεός το αντικατέστησε με πέτρα.
Την πέτρα που είναι βαλμένη σαν από το χέρι ενός μεγάλου γλύπτη.
Καθώς προχωράς στο χωματόδρομο και σε τυφλώνει ο μεσημεριάτικος ήλιος , βλέπεις ότι το πράσινο παίρνει το αίμα του πίσω,φυτρώνοντας πολύ ανάμεσα στους βράχους.
Το άλλο ωραίο του γκρεμού είναι το ήλιος που κοκκινοκιτρινίζει το πρόσωπό σου αναγκάζοντάς σε να κλείσεις τα μάτια σου.
Βράχος , ουρανός ,θάλασσα και ήλιος .
Αυτά κυριαρχούν στο γκρεμό του χωριού μου.

γράφει ο ΚΩΣΤΑΣ ΣΠ. ΠΕΤΡΟΛΕΚΑΣ μαθητής δημοτικού εν έτει 1992

ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΤΗΣ.......



σφάζονται παλληκάρια ....................


περιοδικό ΦΥΣΗ

ΠΑΛΙΕΣ ΑΥΘΕΝΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ.....ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ ΜΑΣ

Φυλάγαμε τα γίδια (γαλάρια)εγώ με τον παππού σου τον Κώστα.
Ο Νίκος φύλαγε τα στέρφα.Αυτός που μας νοίκιαζε το μαντρί είχε πολλά μελίσσια,έξω από το χωριό στη στάνη.Είχε κάνει ένα καλύβι κι είχε βάλει 300-500 κιλά σε βαρέλια μέλι στην Κατοχή.
Τον είχε πάρει του αφεντικού μας ο γιος (που είχε την ίδια ηλικία με τον Κώστα) μια φορά.Πήρε το κλειδί εκεί που το είχε κρύψει,χωρίς να πονηρευτεί.
Ο Κώστας,όταν ερχόμασταν το βράδυ με τα γίδια,μου έλεγε να πάω εγώ μπροστά να μη βγω στο νυχτοβόσκι.Πήγαινε αυτός τη νύχτα μπροστά ,έπαιρνε το κλειδί,έτρωγε μέλι όσο ήθελε,έβαζε το κλειδί πάλι στη θέση του.ένα μήνα θα έτρωγε,ποιος ξέρει.
Μια φορά πήρε το Νίκο.Μόλις τον έβαλε μέσα ο Νίκος κάργα κάργα κάργα έτρωγε .Δεν τον ξαναπήρε πάλι.Του ΄λεγε του Κώστα ΄΄Δεν το χορταίνουμε αυτό το μέλι.΄΄
Ένα βράδυ πήγαμε με τον Κώστα στο νυχτοβόσκι.Και μου ΄λεγε ΄΄Εσύ θα πας από κει .Εγώ θα πάω από εδώ ,εσύ από εκεί.΄΄ ΄΄Οχι του λέω εγώ θα πάω από κει εσύ από εδώ.΄΄Ειχανε πάει τα γίδια από την άλλη μεριά,κι ήθελε να φάει μέλι.το ΄χε συνηθισει ,το τράβαγε ο οργανισμός του.Όχι από δω από κει,όχι από δω από κει...Μου λέει πήγαινε και θα σου φέρω μέλι να φας.Δεν είχε πού να μου το βάλει μου γιομίζει ένα κεραμίδι και πάνω σ’αυτό ένα κιλό μέλι.Μπαίνοντας τα γίδια στο μαντρί εγώ έφαγα,έφαγα ,με λίγωσε και δε μπορούσα να φάω άλλο.Και του κοπανάω μία έξω από το καλύβι σε ένα σκίντο μέσα.
Το πρωί που σηκωθήκαμε να αρμέξουμε τα γίδια μαζευτήκαν οι μέλισσες. Παει ο πατέρας ΄΄Τι διάολο μαζευτήκαν θα μας φαν εδώ μέσα.΄΄ Βλέπει το κεραμίδι με το μέλι,πονηρεύτηκε.΄΄Τι έγινε εδώ πέρα;ποιος έφαγε το μέλι; ΄΄Τίποτα.Έρχεται σε μένα και μου λέει ΄΄Εσύ που ξέρεις το μέλι ,πού το βρήκατε;τρυγήσατε κανένα μελίσσι;΄΄Του λέω ΄΄είσαι καλά ρε πατερα θα με τρώγανε οι μέλισσες.΄΄Γιατί είχα πάει μια φορά να βγάλω μέλι κι είχε γίνει το κεφάλι μου καρπούζι.
΄΄Πες μου ρε Καρδάρα ,μήπως υπάρχει και κανένας άλλος;΄΄
Ο πατέρας δεν ήξερε ότι μες στο καλύβι είχε μέλι.Παίρνει το κεραμίδι με το μέλι το βράδυ που ΄χαν φύγει οι μέλισσες και άνοιξε μια γούβα και το ΄θαψε με το μέλι μαζί.
Ετσι λοιπόν τα λέγαμε τότε με τον Κώστα ,είχαμε κάνει συνομωσία.

Διηγείται ο Σταμάτης Πετρολέκας στην ανηψιά του Γιώτα Πετρολέκα.