ο γερο - Νικόλας






Σήμερα επεριμέναμε να δροσίσει λίγο,αλλά δεν βαριέσαι τα ίδια και τα ίδια ,όταν βλέπεις αυτά τα λιανιοσύννεφα στην Κουλοχέρα να κολλάνε κατά το Αμπελάκι ,να κατηφορίζουν κατά το Σκίθι και να ξαπλώνονται στα Μαντριά ,στο Μπέρο και στο Βράχο,να περιμένεις μεγάλη ζέστη,καύσωνα όπως τονε λένε οι γραμματιζούμενοι .
Θα περάσει όμως και αυτό.Πρωί-πρωί εμείς οι δυο τρεις γέροι που κυκλοφορούσαμε πιάνουμε τις πολυθρόνες κάτου από τον ίσκιο της Μουριάς.
 Ο Νικόλας πρώτος και καλύτερος.Περνάνε τα αγροτικά το ένα πίσω από το άλλο ,φορτωμένα με σακιά χαρούπια ,είναι η εποχή τους,για φέτο ακούστηκε καλή τιμή ,40 δραχμές το κιλό.
Ο Νικόλας έχει λίγες χαρουπιές ,στα αρκουδοπρόβατα και στα ξάλαφτα ,θέλουνε μπράτσα και μακριές φουρτσάρες.
Κανένας σεμπρος δεν αναλαβαίνει, τι λένε για 40 δραχμές το κιλό θα κινδυνεύσω στις κουρουλίμες και στα βραχάκια ; Τι είναι 40 δραχμές; Οι μανάβηδες γυρεύουν 200 δραχμές για τις παλιοντομάτες ,ο ψαράς 700 δραχμές ακατέβατες για τους γίλιους και ο καφετζής 60 δραχμές και δεν ντρέπεται ο αθεόφοβος .
Γυρεύουμε λέει ο Νικόλας από τον έμπορο να κάνει την τιμή 50 δραχμές το κιλό ,αλλά δεν παίρνει από κουβέντες ,40 δραχμές και όποιος θέλει ,το χαρούπι μας είναι αζήτητο στην αγορά ,είναι δεύτερης και τρίτης ποιότητας λέει και εμείς τονε πιστεύουμε και του γεμίζουμε την αποθήκη με το «αζήτητο»πράγμα ,που για να βγάλουμε τον καημό μας τα χαρούπια τα παρανομάζουμε μπανάνες.
 Ο Νικόλας ,κούτσα-κούτσα έχει ρευματικά στα γόνατα ο δύσμοιρος –εμάζεψε χίλια κιλά χαμολόι ,αν ζούσε η γριά μου ,λέει θα μαζεύαμε πάνω από τρεις χιλιάδες κιλά ,ήτανε η μακαρίτισσα προκομμένη ,δεν εσήκωνε που λέμε μέση ,περίσσια στις ελιές και στα χαρούπια ,τώρα καταλαβαίνω πόσο μου λείπει και για αυτό της ανάβω κανένα παραπανίσιο κεράκι.
Ανημπόρεψε που λες Μακαντάση η συχωρεμένη την έστειλα με το ταξί στην Αθήνα ,τηνε βάλανε στο νοσοκομείο ,μέσα στην Επιστήμη ,αλλά είχε σωθεί το λάδι της ,μου τηνε γυρίσανε στο κουτί .Δεν έβγαλα κουβέντα,έκανα το σταυρό μου και είπα από μέσα μου.Γριά αφόσον υπάρχει ο θάνατος μια δυο θα έρθω και εγώ ,μόνο πιάσε καμιά καλή γωνιά ,γιατί η άλλη ζωή είναι αναιώνια,να ζήσουμε μπάρες μου εκεί καλά.
Και πού να σταματήσει ο Νικόλας ,αυτό πάει να πει γέρος,κατήφορος, γκρεμίλα, μαύρα και σκοτεινά ,όλα θλιβερά ,καθώς λέει και το τροπάρι της εκκλησίας μας.Κλαίω και οδύρομαι όταν εννοήσω τον θάνατο.
 Πού και πού ,όμως ,κάποια αστραψιά φέγγει στο μυαλό του .Μου γράφουνε ,που λες Μακαντάση τα παιδιά μου να πάω στην Αθήνα,είναι βολεμένα με καλές δουλειές ,με σπίτια ,με εγγόνια .
Καμιά φορά το αποφασίζω, εβαρέθηκα τη μοναξιά ,εβαρέθηκα να ταίζω τη Μαλτέζα και τις κότες.Εβαρέθηκα να συγυρίζω το καλύβι,να βγάζω νερό,να πλένομαι και να βράζω τις πατάτες και ένα αρμάθι σανό.



Και εκεί που λες Χρόνη μου που το αποφασίζω και είμαι έτοιμος να τηλεφωνήσω ,ακούω από μέσα μου μια φωνή και με κόβει σύγκρυο.
 Τι είναι πάλι αυτή η φωνή ,στην αρχή τάχασα ,δεν ήξερα ποιανού ήτανε.
Έλεγα μπάκαι είναι η φωνή της γριάς μου που στον τάφο της ακόμα με θέλει πλάι της;΄Όσο ήτανε ζωντανη μου λεγε,Γέρο χωρίς εσένα δεν κάνω ρούπι ,θα χαθώ γέρο σε ξένα χέρια .
Μπας και είναι η φωνή του χωριού που σκοτεινιάζει ο ήλιος του ,όταν κάποιος φέυγει και κλείνει ακόμα και ένα σπίτι;
 Ελεγα μπορεί να ναι εκείνη η κορδωτή φωνή του ταχυδρόμου που κάθε μήνα μελετάει το όνομά μου για την αγροτική,ποιος θα σου δίνει την σύνταξή σου γερο Νικόλα;και εγώ του ΄λεγα ποιος θα σου δίνει το ρεγάλο σου τις εορτές που ναι διπλή η σύνταξη μόνο ο γερο Νικόλας που έχει δυο σαίνια στην Αθήνα.
Μπορεί όμως έλεγα να ναι η φωνή της εκκλησιάς ,του στασιδιού,του δίσκου και της καλού μας του παπά που δεν μου χει βρει κουσούρι όταν ξομολογιέμαι ,όμως όσο πάει καθαρίζει η φωνή και τώρα τελευταία είμαι σίγουρος ,αυτή η φωνή είναι η φωνή της Μουριάς.
 -Πού πας μωρε Νικόλα;Πού θα βρεις Μουριά με παχειό ίσκιο ,με παπορίσιες πολυθρόνες και με γκαρδιακή καλημέρα;



Δεν υπάρχουν σχόλια: