ρε είμαι ο Γιώργης ... ρε Παναγιώτη




Στη συνέχεια θα αφηγηθούμε μια ιστορία δύο αδερφών από ένα μικρό χωριό της Αρκαδίας που συνέβη στις αρχές του 1900,του Παναγιώτη και του Γιώργη.Ο Παναγιώτης ήταν δυο χρόνια μεγαλύτερος από τον Γιώργη.Τον Παναγιώτη ,12 χρονών τσοπανόπουλο ,τον έστειλε ο πατέρας του από το μετόχι που είχαν τα γιδοπρόβατά τους στο χωριό ,για να φέρει τρόφιμα για όλη την οικογένεια ,η οποία έμενε όλη στο μετόχι με τα γιδοπρόβατα.
Τη συνέχεια των γεγονότων ,την διηγήθηκε ο γιος του Παναγιώτη ,στην Ινδιανάπολη της Indiana.

«Έστειλε ο παππούς μου τον πατέρα μου ,όταν ήταν μόλις 12 χρονών στο χωριό για να φέρει τρόφιμα ,ψωμί,λάδι,ελιές και ό,τι άλλο υπήρχε για μια εβδομάδα και αυτό επαναλαμβανόταν κάθε εβδομάδα.
Ήταν Άνοιξη του 1900.Κατέβηκε ο Παναγιώτης στο χωριό και εκεί βρήκε μερικούς συνομήλικούς του που ετοιμαζόντουσαν να μεταναστεύσουν στην Αμερική .Μόλις τον είδαν του είπαν ότι «εμείς»και ονόμασε και τους άλλους τρεις ,12-15 χρονών παιδόπουλα , «φεύγουμε για την Αμερική».Εάν θέλεις παράτα τα γιδόπροβατα και έλα μαζί μας.»

Η πρόταση για να πάνε μαζί στην Αμερική δεν ακούστηκε άσχημα στον Παναγιώτη.Φόρτωσε στο γάιδαρο τα τρόφιμα και γύρισε στο μετόχι.Στο πρόσωπό του ήταν ζωγραφισμένη η ικανοποίηση για την πρόταση του φίλου του ,να φύγουν μαζί για την Αμερική.

Το ανέφερε στον πατέρα του και στη μάνα του .Δεν ακούστηκε καλά στους γονείς του ,αλλά ούτε και ήθελαν να τον εμποδίσουν.Την άλλη ημέρα κατέβηκαν στο χωριό με τη μάνα του ,η οποία του ετοίμασε μερικά ρουχαλάκια σε ένα σακούλι και ένα δεύτερο ζευγάρι τσαρουχάκια.Οπότε είναι έτοιμος από τα καθήκοντα της μάνας.Κατέβηκε και ο πατέρας του και τακτοποίησε και το οικονομικό πρόβλημα ,εισιτήρια και λίγο χαρτζιλίκι.Όλα τώρα έτοιμα τα παλικαράκια 12-15 χρονών ,φεύγουν για το μεγάλο υπερατλαντικό ταξίδι.
Ο Παναγιώτης σχολείο δεν είχε δει ούτε σαν κτίριο ,γιατί στο χωριό του δεν είχαν καθόλου σχολείο.

Ο Παναγιώτης στη Νέα Υόρκη με τους συμπατριώτες και συνταξιδιώτες ,βρέθηκαν και αυτοί ξένοι μέσα στους ξένους.Ο Παναγιώτης με την βοήθεια και άλλων συμπατριωτών του Αρκάδων ,έπιασε δουλειά σε ένα στιλβωτήριο συμπατριώτη του Αρκά.
Έπειτα από ένα χρονικό διάστημα βρήκε κάποιον Έλληνα που έκανε χρέη γραμματέα και έγραφε γράμματα για τους μη γνωρίζοντες να γράφουν και να διαβάζουν τη μητρική τους ελληνική γλώσσα(τι κρίμα!).Γράφει στον πατέρα του ,ότι εδώ είναι καλά και ,όταν ο Γιώργης μεγαλώσει και γίνει 12 χρονών και βρει παρέα ,να έλθει και αυτός εδώ να δουλεύουμε μαζί στο στιλβωτήριο.

Ο Παναγιώτης αργότερα μαζί με άλλον Αρκά έφυγαν για το Cleveland Ohio. Kαι ο χρόνος περνούσε και ο Γιώργης ετοιμαζόταν να έρθει και αυτός στην Αμερική καθώς μεγάλωνε περιμένοντας την κατάλληλη παρέα.

Η αλληλογραφία γινόταν μία ή δύο φορές το χρόνο και για διεύθυνση ,είχαν το καφενείο των Αρκάδων στη Νέα Υόρκη. Ο Παναγιώτης τώρα βρισκόταν στο Clevaland.Μετά από ένα χρονικό διάστημα ξαναφεύγει για το Σικάγο.Εκεί , ήταν και άλλοι πολλοί Αρκάδες που ασχολούνταν κατ’εξοχήν με καθαριστήρια και στιλβωτήρια.
Μετά από το Σικάγο ,φεύγει ξανά για το St.Louis Missouri .
Eντωμεταξύ ο Γιώργης βρήκε παρέα και έρχεται στην Αμερική με προορισμό το καφενείο των Αρκάδων στη Νέα Υόρκη.Είχαν περάσει 2 χρόνια ,από τον ερχομό του Παναγιώτη.
Ο Γιώργης ,δωδεκάχρονο παλικαράκι στην Νέα Υόρκη,προσπαθεί να βρει τον αδερφό του,Παναγιώτη ,αλλά ο Παναγιώτης είχε φύγει πριν από 1,5 χρόνο και ο καφετζής δεν γνώριζε ,πού είχε πάει.



Βρήκε και ο Γιώργης δουλειά σε πατριώτη τους Αρκά σε στιλβωτήριο και πάντα ρωτούσε για τον Παναγιώτη αλλά κανείς δεν γνώριζε πού ήταν. Ο Παναγιώτης στο St.Louis έχει σχεδόν κόψει και την αλληλογραφία ,γιατί δεν έβρισκε γραμματέα να του γράφει το γράμμα.
Στο St.Louis ,ο Παναγιώτης είχε βρει δουλειά και είχε νοικιάσει ένα κρεβάτι.Το νοίκιαζε μία σπιτονοικοκυρά ,και πολλές φορές το ίδιο κρεβάτι το νοίκιαζε και σε άλλον ,εάν ο ένας δούλευε μέρα και ο άλλος νύχτα.
Έτσι στον ενοικιαστή ερχόταν φτηνό και η σπιτονοικοκυρά εισέπραττε περισσότερα.Είχε αρκετά κρεβάτια το ένα πλάι στο άλλο ,όπως στους στρατώνες τα στρατιωτικά.
Το πρόβλημα της σπιτονοικοκυράς ήταν τις μεγάλες γιορτές που δεν δούλευαν την ημέρα και έπρεπε να διευκολύνει και τους δυο που κοιμόντουσαν στο ίδιο κρεβάτι .
Έτσι,έστρωνε και μεταξύ των κρεβατιών ,στο πάτωμα ,για να βολευτούν για μία ή δύο ημέρες.

Ο Γιώργης στη Νέα Υόρκη δούλευε στο στιλβωτήριο και πάντα ρωτούσε για τον αδερφό του.Μια ημέρα που ρώτησε κάποιον Αρκά ,του λέει ,ότι «αν θυμάμαι καλά νομίζω ότι έφυγε με κάποιον άλλον για το Cleveland Ohio». Έχει περάσει ένας χρόνος και περισσότερο ,απ’όταν ήρθε από την Ελλάδα ο Γιώργης και έχει μπει κάπως στο περιβάλλον και 13 χρονών παλικαράκι έχει αρπάξει κάπως την αγγλική γλώσσα.

Φεύγει λοιπόν ο Γιώργης για το Ohio με την ελπίδα να βρει τον Παναγιώτη.Ρώτησε όπου μπορούσε , ,Έλληνες και συνήθως Αρκάδες ,αλλά δεν γνώριζαν τίποτα για τον Παναγιώτη.
Βρήκε όμως τυχαία το καθαριστήριο που είχε δουλέψει και ο Παναγιώτης όταν ήταν εκεί.»Κάθισε εδώ»,του λέει ο ιδιοκτήτης του καθαριστηρίου,Αρκάς και αυτός , «να δουλέψεις και θα μάθουμε πού πήγε ο Παναγιώτης να πας να τον βρεις».Και έτσι και έγινε.Κάθισε εκεί ο Γιώργης και δούλεψε και αυτός στο σιδερωτήριο και πάντα ρωτούσε για τον Παναγιώτη.
Βρισκόμαστε στο 1904 και ο Γιώργης έχει περίπου δυο χρόνια στην Αμερική.Δεν μπορεί να εντοπίσει τον αδερφό του τον Παναγιώτη και στενοχωριέται μη τυχόν και δεν είναι καλά γιατί πάντα ο νους του ανθρώπου πηγαίνει στο κακό.
Μια ημέρα κάποιος Έλληνας περαστικός από το καθαριστήριο ,Αρκάς και αυτός , του είπε ότι πριν από ένα χρόνο περίπου είχε φύγει για το Σικάγο ο αδερφός.Συνεχίζει ο Γιώργης να δουλεύει ,αλλά και να φύγει θέλει για το Σικάγο.Και μια ημέρα λέει στον ιδιοκτήτη του καθαριστηρίου ότι θέλει να φύγει για το Σικάγο να βρει τον αδερφό του.Το αφεντικό του δεν του έφερε αντίρρηση και σε λίγες ημέρες ο Γιώργης έφυγε για το Σικάγο προς αναζήτηση του αδερφού του ,μα πάντα είχε την επιφύλαξη ότι κάτι δεν πάει καλά.
Ο Γιώργης στο Σικάγο, καταρχάς έψαξε κάπου να μένει και να βρει μια δουλειά.Έπιασε δουλειά ξανά σε καθαριστήριο ρούχων και πάντα ρωτούσε για τον αδερφό του.

Στο Σικάγο υπήρχε ένα πολύ μεγάλο πλήθος μεταναστών Αρκάδων και ένα μεγάλο πλήθος αυτών ασχολούνταν με καθαριστήρια ρούχων ,καπελάδικα και στιλβωτήρια.Έπειτα από ένα αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα του Γιώργη περίπου ενός χρόνου ,και ο τρίτος χρόνος του Γιώργη στην Αμερική ,έχει πλέον απελπιστεί ότι ο Παναγιώτης, θα έχει χαθεί και προσπαθεί μαζί με κάποιον άλλον(Αρκά Τριπολιτσιώτη) να ανοίξουν δικό τους στιλβωτήριο και πυλοκαθαριστήριο.Όταν το άνοιξαν ήταν και οι δυο παιδόπουλα 15 χρονών.

Μια ημέρα,πέρασε κάποιος πατριώτης τους Τριπολιτσιώτης και στην κουβέντα απάνω ήρθε και το όνομα του Παναγιώτη.Λέει λοιπόν στο Γιώργη,ότι ο Παναγιώτης είχε φύγει μαζί με άλλους δυο Τριπολιτσιώτες για το St.Louis.
O Γιώργης άφησε την επιχείρηση στον συνεργάτη του και έφυγε για το St.Louis ,κι έπιασε δουλειά εκεί.Και ένα κρεβάτι ,κατά καλή σύμπτωση ,το ίδιο,που κοιμόταν και ο Παναγιώτης.Αλλά ο Παναγιώτης δούλευε νύχτα και κοιμότανε την ημέρα και ο Γιώργης δούλευε την ημέρα και κοιμότανε τη νύχτα.Ο Γιώργης συνεχίζει να ψάχνει για τον αδερφό του ,μα κανένας δεν γνωρίζει τίποτα.Και κοιμόντουσαν στο ίδιο κρεβάτι!

Το πρόβλημα της σπιτονοικουράς ήταν στις μεγάλες γιορτές που έπρεπε να βολευτούν όλοι και αυτοί που δούλευαν νύχτα και αυτοί που δούλευαν ημέρα και έτσι έστρωνε στα ενδιάμεσα των κρεβατιών.Ο Γιώργης με τον αδερφό του κοιμούνται στο ίδιο κρεβάτι για ένα αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα!

Την ημέρα των Ευχαριστιών ,την μεγάλη γιορτή στην Αμερική η σπιτονοικοκυρά,είχε στρώσει και στο ενδιάμεσο των κρεβατιών.Ο Παναγιώτης κοιμάται στο πάτωμα και ο Γιώργης στο δεύτερο στρατιωτικού τύπου κρεβάτι.
Ο Παναγιώτης ,ροχαλίζει λίγο και ο Γιώργης ανησυχεί.Μέσα στα βαθιά μεσάνυχτα , ο Γιώργης λέει σ’αυτόν που ροχαλίζει που δεν ήταν άλλος από τον Παναγιώτη: «-Ρε πατριώτη ,ροχαλίζεις και δεν μπορώ να κοιμηθώ» , «σιγά τώρα μη σε ανησυχήσαμε!»και συνέχισαν τους διαξιφισμούς.
«Από πού ’σαι ρε πατριώτη;»του λέει ο Γιώργης ,(το πατριώτης ,επειδή όλοι που έμεναν εκεί ήταν Έλληνες), «τι το θέλεις» του λέει ο Παναγιώτης , «να κάτω από το αυλάκι»του λέει (και εννοούσε τον ισθμό της Κορίνθου) «από ποιο μέρος είσαι ρε πατριώτη;» «Κάτω από την Αρκαδία».
«Από ποιο μέρος της Αρκαδίας ρε πατριώτη;» «Κάτω από τα χωριά της Βλαχοκερασίτσας.» «Και πώς λέγεσαι ρε πατριώτη» συνεχίζει να ρωτάει ο Γιώργης «Παπαθεοδώρου»του λέει ο Παναγιώτης. «Ρε Παναγιώτη» του λέει «ρε είμαι ο Γιώργης ρε Παναγιώτη» και πήδησε κάτω ο Γιώργης μέσα στο σκοτάδι και αγκαλιάστηκαν τα δυο αδέρφια μέσα τη νύχτα του Thanksgiving!
To 1905 , έπειτα από έρευνα του Γιώργη για 3 και πλέον χρόνια.

Ο Παναγιώτης και ο Γιώργης από αυτήν την κατεξοχήν συγκινητική συνάντηση ήταν πάντα μαζί και η αγωνία του Γιώργη να βρει τον Παναγιώτη έλαβε τέλος.

Τα δυο αδέρφια αργότερα ,μεταφέρθηκαν στην Ινδιανάπολη και ασχολήθηκαν με τα καθαριστήρια – στιλβωτήρια. Ο Παναγιώτης παντρεύτηκε και απέκτησε ένα γιο ,τον Βασίλη ,που την ιστορία αυτή την διηγείται για τα δύσκολα χρόνια των δυο αδερφών Pappas.

        απο  το βιβλίο  του ΓΕΩΡΓΙΟΥ  ΜΠΕΛΕΣΗ     Ρηχιά

      

Δεν υπάρχουν σχόλια: