Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ λυχνάρι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ λυχνάρι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Λυχνάρι του Χάρακα - το νόστιμον ήμαρ






Χθες βράδυ, περασμένα μεσάνυκτα, έπεσε στα χέρια μου. 
Το περιοδικό που όλοι αγαπήσαμε και νοσταλγούμε, 
το «Λυχνάρι του Χάρακα». 37 χρόνια πριν, έτος 1989 τεύχος 10ο.
 Στο μυαλό μου σκέψεις……
 Στο κτίριο του Κεράνη στον Πειραιά μέχρι τα μεσάνυκτα με 
τον Θόδωρο, για συγκέντρωση της ύλης. 
Σε ένα υπόγειο στο κέντρο της Αθήνας με τον Φώτη με έντονη
 την μυρωδιά από τις μηχανές που τύπωναν το νέο τεύχος. 
Για μας ένας «τοκετός» κάθε 3-4 μήνες.
 Για την ιστορία το πρώτο τεύχος του περιοδικού εκδόθηκε ,
υπό την αιγίδα του συλλόγου τον Ιούλιο του 1987. Το λαδάκι 
του όμως τέλειωσε και η φλόγα του έσβησε τον Απρίλιο του 2003. 
Η συγγραφέας Μάρω Βαμβουνάκη προλογίζοντας το βιβλίο της
 «οι παλιές αγάπες πάνε στον παράδεισο» γράφει: 
η νοσταλγία είναι διεγερτική, γιατί ο άνθρωπος ποθεί την αιωνιότητα.
 Καλή σας ανάγνωση !!!!!!

 



Χρόνια πολλά !!!!!

 


Παραθέτω ένα απόσπασμα από χρονογράφημά μου δημοσιευμένο 
στο περιοδικό μας το "λυχνάρι" Χριστούγεννα 1989. Μοιράζομαι μαζί 
σας αυθεντικές δικές μου παιδικές στιγμές ευχόμενος σε όλους : 
Χρόνια πολλά – Καλή χρονιά !!!! 
Να αγαπάτε ό,τι έχετε  
              Να έχετε ό,τι επιθυμείτε…σπυρος


Μικρο παιδί σαν ήμουνα.......

 


Παιδικά σκίτσα από Χαρακιωτόπουλα ηλικίας Δημοτικού Σχολιού,
 δημοσιευμένα πριν περίπου 20 χρόνια, στο περιοδικό Λυχνάρι του Χάρακα.
Τα παιδιά αυτά σήμερα είναι σχεδόν 30-ρηδες,και μερικοί έχουν δημιουργήσει 
δικές τους οικογένειες. Στην αθωότητα της έκφρασης των παιδικών τους
 χρόνων,αφιερωμένο τούτο το δημοσίευμα.











Γκόγκες ... λαϊκό Ζαρακίτικο "gourmet"

 


1994 - Καθένας με την τέχνη του και η θια-Αγγελικώ 
με τις γκόγκες (ΛΥΧΝΑΡΙ τ.15 )
 2022 – γκόγκες,τσόλια,κουρκουρμπίνες,γκόκιζες……..
Βασίλης Δούκας γιος της Αγγελικώς 
Απολαύστε μια μικρή αναφορά για το Ζαρακίτικο 
αυτό φαγητό, και ένα απόσπασμα χρονογραφήματος
 του αείμνηστου ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ 
 δημοσιευμένο στο περιοδικό του Χάρακα ΛΥΧΝΑΡΙ(σ.π)




Λιτό παρασκεύασμα που συναντάμε σε αρβανιτόφωνες περιοχές
 όπως η περιοχή του Ζάρακα.Η ονομασία διαφέρει από περιοχή σε
 περιοχή,αναφαίρονται ως γκόχλες – γκόγκλες – γκόγκιες – γκόκιζες –
 τσόλια – κουρκουμπίνες. Αν και αρβανίτικο φαγητό το όνομά του
 οφείλεται σε παράφραση της ελληνικής λέξης κοχλίας μιας και
 όταν κουφώνουν το ζυμαράκι με τα δύο δάκτυλα (μέσο και δείκτη)
αυτό έπαιρνε το σχήμα όπως το κέλυφος του κοχλία.
 Ο εποικισμός του Ζάρακα από Αρβανιτόφωνους χριστιανούς 
ορθόδοξους το θρήσκευμα περί τον 15ο αιώνα είχε σαν αποτέλεσμα 
την επιρροή της Αρβανίτικης διατροφικής κουλτούρας στον γηγενή πληθυσμό.







Ο ΖΑΡΑΚΑΣ και το καβούκι μας ....





- Για τα προβλήματα του συλλόγου έχω να πώ ότι ο κόσμος έχει κλειστεί
 στο καβούκι του δεν ενδιαφέρεται για τα κοινά. (Θεόδωρος Παπαγεωργίου) 
 - Η κτηνοτροφία για την ανάπτυξη της οποίας προσφέρεται η 
περιοχή του Ζάρακα πρέπει να αλλάξει μορφή να φύγει από 
τα παραδοσιακά.Όμως ο κλειστός τρόπος ζωής κάνει 
τον κόσμο επιφυλακτικό σε κάτι καινούριο.(Πετρουτσάς Τάσος) 
 - Στον Ζάρακα πρέπει να καλλιεργήσουμε μια καλύτερη κουλτούρα.Σεβαστό το 
πατροπαράδοτο μα πρέπει να δημιουργήσουμε και κάτι νέο (Χρόνης Πολυχρονίου) 
 - Εγώ νομίζω τα χωριά μας θα αποτελέσουν παραθεριστικά κέντρα 
να πηγαίνουμε το καλοκαίρι το πάσχα.(Βασίλης Παράσχης)
 - Πρέπει να εκμεταλευτούμε το Ζαρακίτικο κρασάκι.Οχι να έρχεται
 ο καμπίσιος να το παίρνει από ντο βαρέλι αλλά να το εμφιαλώσουμε 
με την φίρμα ΖΑΡΑΚΑΣ.(Γιάννης Δούκας) 
 - Υγεία εύχομαι σε όλους τους Ζαρακίτες να συνδεθούμε περισσότερο 
και να είμαστε πιο απλοί όπως τα παλιά χρόνια.(Γιάννης Μαυρομιχάλης) 
 - Το συναίσθημα που με δένει με το χωριό μου είναι μια βαθιά αγάπη
 που με κάνει να πονάω για τα προβληματά του(Ηλίας Κρητικός) 
 - Και εγώ νιώθω Αγιο-Δημητριώτης.Και αν έφυγα πάντα θυμάμαι
 με νοσταλγία τα παλιά τα δύσκολα μα όμορφα χρόνια.
Και αν πάρω σύνταξη πάλι στο χωριό θα γυρίσω.(Δημήτρης Πραγαλός) 

 Όλα αυτά και άλλα πολλά ένα χειμωνιάτικο βράδυ στον Πειραιά 
το 1988 παρέα με οκτώ εκλεκτούς φίλους Ζαρακίτες.
Απο τότε πέρασαν πάνω από 30 χρόνια!!!!!
Μεγάλος προβληματισμός και αυτοκριτική 
τούτο το ανάγνωσμα.Και όχι μόνο ......

 










κρύβει πόνο ......

   

Παλιές φωτογραφίες …. 
Πορευόμαστε με την ψευδαίσθηση ότι θα ζήσουμε για πάντα
 Και ξαφνικά γινόμαστε παλιές φωτογραφίες 
Σκιές και ψυχές ενός άλλου κόσμου σ’ ένα παλιό κομμάτι χαρτί 
« Χιόνης – Κουταλιανός – Μπουλιούκος – Παστέλης ……..»
κρύβει πόνο - κρύβει πόνο ένα τέτοιο ταξίδι στα παλιά  










Δίψα και αγωνία για ζωή !!!

 

Περασαν 35 χρόνια απ’ όταν δημοσιεύτηκε η συνέντευξη αυτή
 στο περιοδικό Λυχνάρι με τίτλο: Δίψα και αγωνία για την ζωή . 
Ηταν μια συνομιλία εκ βαθέων με νέους του χωριού σήμερα 50-ρηδες 
Την αναδημοσιεύω με την αφιέρωση κάποιων στίχων ενός τραγουδιού. 

 Παλιές σου νίκες και ήττες και λάθη σωστά. 
Η ξενιτιά, η ξενιτιά του γυρισμού η χαρά 
κι αυτός ο κάποιος που σου γνέφει απ’ το λιμάνι μακριά 
Δεν είναι τίποτα απ’ όλα Κι είναι όλ’ αυτά... 
 Είν η κρυφή σου, η ατέλειωτη δίψα
 είν’ η δίψα που σε κρατά ζωντανό 
Είν’ η κρυφή σου, η ατέλειωτη δίψα
 είν’ η δίψα για καθαρό ουρανό.









ο ποιητής ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΡΗΤΙΚΟΣ

 


   Πρόσφατα  στην εφημερίδα ΝΕΑ  σε αφιέρωμα πολιτικών που γράφουν ποίηση
 γίνεται αναφορά στον συμπατριώτη - Ζαρακίτη Παναγιώτη Κρητικό.
Ανατρέχοντας στα παλιά στο 3ο  τεύχος  του περιοδικού  ΛΥΧΝΑΡΙ 
 (οκτώβρης-δεκέμβρης 1987 ) αναδημοσιεύουμε  συνέντευξη 
που μας είχε παραχωρήσει.(σ.π)










Η ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΤΟΥ ΖΑΡΑΚΑ






 Είκοσι Χρόνια Πριν .... Οκτώβρης 1999
Παρεμβασή μου τότε στην Διημερίδα 
του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος.
Το θέμα εντελώς άγνωστο και
 οι απόψεις μου αιρετικές- αφασικές.
Είκοσι Χρόνια μετά..........
πλούσιος ο ΖΑΡΑΚΑΣ στα δώρα του θεού
φτωχός στα δώρα όσων τον αγαπάμε. σ.π
ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ  ΛΥΧΝΑΡΙ  τ.21 









Τους τρεις μεγίστους φωστήρες ........



1989 -  Σαν τέτοιες μέρες του Γενάρη -15 χρόνια πριν...
εκδρομή του Συλλόγου στον Χάρακα για να γιορτάζουμε τους 3 Ιεράρχες .
Ξεφυλλίζοντας το λυχνάρι θυμάμαι... 
Πολλές οι ΄΄Απουσίες΄΄ - πάρα πολλές .... 
΄΄Καράβης – Μακρής –Παναγιοκοσμού –Τσορού –η τραγουδίστρια θεια Χριστίνα 
ο Νιόνιος – ο μπαρμπα-Λάμπρος – ο Πλατσούκας – η Φούλα – ο Μαυρομίχαλος 
ο Καπουρνάρος -  ο Σωτήρης ο Ροβάτσος...κ.ά.
 Όσο περνούν τα χρόνια – Λιγοστεύει η αυθεντικότητα στο χωριό μου . 
Φταίνε οι ΄΄Απουσίες ΄΄ ή εγώ που μεγαλώνω ... μπορεί και τα δύο... 
Πατριωτάκια –χρόνια Πολλά ... 





Διατελέσαντες κοινοτάρχες ΧΑΡΑΚΑ ....




                                    ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ Θ.ΠΡΙΦΤΑΚΗΣ (Αμερικάνος η Μάππας)

Γεννήθηκε στο Χάρακα το 1896 και έζησε όλα του τα χρόνια στο Χάρακα .
Είχε παντρευτεί σε πρώτο γάμο την Ματίνα Χελιώτη από το Κυπαρίσσι που πέθανε όμως λίγα χρόνια μετά και σε δεύτερο γάμο την κυρα Τασια Μπούτσαλη από τα Νιάτα. Παιδιά δεν απόκτησε. Συνέχισε το μαγαζί του πατέρα του (Αμερικάνου) μέχρι τα τελευταία χρόνια της ζωής του και όλοι τον θυμόμαστε για τον ήπιο χαρακτήρα του ,την ηρεμία και την αγαθότητα της ψυχής του.
  Διετέλεσε πρόεδρος της Κοινότητος πολλά χρόνια και άφησε εποχή για το ενδιφαφέρον του για τον εξωραισμό του χωριού.
Αυτός είναι που φύτευσε και φρόντισε να μεγαλώσουν οι ωραιότερες δάφνες που υπάρχουν σήμερα στους δρόμους του χωριού ,μάλιστα είχα δει γράμμα που του έστελνε ο μπαρμπα Λάζαρος Παπαγεωργίου από την Ερμιόνη ,και τον αποκαλούσε στο εξωτερικό φάκελο «πρόεδρος με τις δάφνες».
 Για αυτή του τη δραστηριότητα ως πρόεδος τιμήθηκε με τον σταυρόν του τάγματος του Φοίνικος.



                                                 ΔΑΜΙΑΝΟΣ ΠΕΤΡΟΛΕΚΑΣ (Δαμιανός)

Γεννήθηκε στο Χάρακα το 1892 ο μικρότερος γιος του παπα-Ηλία.
Νέος έφυγε για μερικά χρόνια στην Αμερική.
 Επανήλθε στο χωριό όπου έμεινε μέχρι το θάνατό του το 1967.
Είχε παντρευτεί την Ειρηνιώ Πριφτάκη ,παιδιά δεν απέκτησαν.
Διακρινόταν για τη δραστηριότητά του , όχι μόνο στη μεγάλη οικογενειακή περιουσία του αλλά και η προεδρία του συνδέθηκε με τη διάνοιξη μεγάλου μέρους του δρόμου ,όπου επιστατούσε και εργαζόταν με μεγάλη όρεξη και ζωηρό ενδιαφέρον ,αλλά και με έναν αναγκαίο για τέτοιες περιπτώσεις ,δυναμισμό.
«Όταν πρωτοστατούσε στη διάνοιξη της βόγιας ,περνώντας ο μπαρμπα – Θοδωράκης του είπε:
Γεια σου Δαμιανέ με τη Βόγια την καινούρια - που θα σε συγχωράνε άνθρωποι και γαιδούρια.»
Το σπίτι ήταν ανοιχτό και φιλόξενο σε όλους τους ξένους που περνούσαν από το χωριό.

 
                                            ΔΙΑΜΑΝΤΗΣ Θ.ΠΕΤΡΟΛΕΚΑΣ (Κοκοσίνης)

 Γεννήθηκε το 1883.Παντρεύτηκε την Αικατερίνη Παναγ.Δούκα από το Λαμπόκαμπο και απέκτησαν έξι παιδιά την Κούλα,τη Μαρίνα ,το Θόδωρο , τον Παναγιώτη ,τον Ηλία και το Μιχαλάκη που βρίσκονται όλα στη ζωή. Το 1908 έφυγε για την Αμερική ,επέστρεψε το 1912 για να πάρει μέρος στον Ελληνοτουρκικό πόλεμο (1912-1913)και το 1915 έφυγε πάλι για την Αμερική και επέστρεψε οριστικά στο Χάρακα το 1921. Χρημάτισε και πρόεδρος της Κοινότητας το 1925. Ήταν πράος και καλοκάγαθος άνθρωπος. Πέθανε το 1961 από εγκεφαλικό επεισόδιο σε ηλικία 78 ετών.



                                          ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΣ Γ.ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ (Λευτέρης)

  Γεννήθηκε στο Χάρακα το 1901 και έζησε όλα τα χρόνια του εκεί.
 Παντρεύτηκε τη Βικτωρία Παπαγεωργίου και απέκτησαν τρία παιδιά το Γιώργο ,το Λεωνίδα και τη Γιώτα ,που όλοι ζουν στην Αθήνα αποκατεστημένοι επιστήμονες (ένα αγοράκι ακόμη πέθανε μικρό).
Διετέλεσε πολλά χρόνια πρόεδρος αναπτύσσοντας μεγάλη δραστηριότητα και ενδιαφέρον για όλα τα κοινά πράγματα του χωριού.
Ενέπνεε την εμπιστοσύνη όλων των συμπατριωτών μας ντόπιων και ξενιτεμένων οι οποίοι του εμπιστεύονταν μεγάλα χρηματικά ποσά για έργα στο χωριό (Δρόμο ,εκκλησία ,σχολείο κ.λ.π.)
Το σπίτι του ήταν πάντοτε ανοιχτό και όλοι σχεδόν οι ξένοι επίσημοι και μη ,δέχονταν την πρόθυμη φιλοξενία της οικογένειάς του ( η θεια Βικτωρία ήταν συνεχώς επί ποδός) .
  Πέθανε στις 26 Δεκεμβρίου 1969 σε ηλικία 69 ετών.

οι αγωγιάτες του χάρακα


Μία από τις γνωστές μεταθέσεις με έφερε από το τριεθνές (σύνορα Ελλάδας-Γιουκοσλαβίας-Βουλγαρίας) στο νοτιότερο άκρο της ηπειρωτικής Ελλάδας στον άγονο και απομακρυσμένο Ζάρακα.
Σε ένα από τα παλιά πανδοχεία , το πανδοχείο Μολάων,του Σπανού ,το μοναδικό στην περιοχή,με περίμεναν δυο αγωγιάτες από το Χάρακα.
Ήταν ο Μιχάλης Γαβρίλης και ο Νίκος Φιφλής.Είχαν -ειδικά – σταλεί από το χωριό.
Αυλακωμένα πρόσωπα και ροζιασμένα χέρια,από τη σκληρή βιοπάλη,δείγμα της ζωής που κάνανε.
Σωστές ασκητικές μορφές, χωρίς κολακευτική εμφάνιση.
Δύο μουλάρια με ισχνά καπούλια ,με παρέλαβαν με τις αποσκευές μου,κατά το απόβραδο,για να με οδηγήσουν στο Χάρακα,του Ζάρακα.
ΜΙΧΑΛΗΣ  ΓΑΒΡΙΛΗΣ - ΝΙΚΟΛΑΟΣ  ΦΙΦΛΗΣ

Οι δρόμοι στο ορεινό συγκρότημα ήταν ανύπαρκτοι.Αργότερα,με τη θετική συμβολή του στρατού,κατασκευάστηκαν για να ΄΄σπάσει΄΄η απομόνωση των εδώ χωριών.
Ήλθε καιρός για να μπούνε στο κατώφλι του πολιτισμού.
Ήταν Σεπτέμβρης μήνας που άνοιγαν τα σχολεία.Έπρεπε να αναλάβω καθήκοντα.
Από στενά κι επικίνδυνα μονοπάτια –γιδοστράτες- που οδηγούσαν από Μολάους στα Κουπιά,φτάσαμε με το σούρουπο στο κτηνοτροφικό και εγκαταλελειμμένο αυτό χωριό.
Νερό πόσιμο από στέρνες.Ένα ξεροκόμματο βγαλμένο από το ταγάρι των αγωγιατών και λίγο κατσικίσιο τυρί,ήταν το βραδινό.
Η πορεία κοπιαστική συνεχίζεται από Κουπιά προς Χάρακα ,χωρίς να αντικρύσουμε τίποτα ιδιαίτερο.Ερημιά, αστροφεγγιά και απελπισία.Δεν ακούς,δε βλέπεις τίποτα.Πού πάμε.
Πολλά ερωτηματικά γεννιούνται και άσχημα προαισθήματα δημιουργούνται…
Γιατί τόση …ταλαιπωρία.Άραγε ήταν η μοίρα του τότε δασκάλου για να οδοιπορεί και να υποφέρει…
Οι αγωγιάτες σέρνουν τα κουρασμένα βήματά τους στα γνωστά και δύσβατα μονοπάτια ,χωρίς ίχνος διαμαρτυρίας.Ύστερα από 5ωρη δύσκολη κι εξαντλητική διαδρομη ,φτάσαμε επιτέλους στον προορισμό μου.
Στην ταβέρνα του Αντρέα είχαν μαζευτεί χωρικοί.Περίμεναν τον ερχομό του νέου δασκάλου.Καλωσορίσματα και ευχολόγια!
Τακτοποίηση σε κάποιο ακατοίκητο σπίτι και τα συνηθισμένα μενού (γκόγκες)με βραστά ξηραμένα χόρτα.

Φέρε ένα γκλούκι νερό να δροσιστώ λίγο.......



                             ΜΠΑΡΜΠΑ ΑΝΤΩΝΗΣ Ο «ΠΑΠΑΛΕΚΑΣ»

Ένα Αυγουστιάτικο πρωινό ήτανε, ο καιρός άστατος ,λίγο μετά το σχόλασμα της εκκλησίας ανηφόριζα να μιλήσω έτσι να τα πούμε με τον μπαρμπα-Αντώνη τον «Παπαλέκα» όπως όλοι τον ξέρουμε .90 και κάτι χρόνων απόμαχος της ζωής ,μαζί με τη θεια –Λένη την σύντροφό του ,μένουν σε ένα λιτό μικρό σπιτάκι με δυο κάμαρες. Με υποδέχτηκε η θεια –Λένη με μαύρο φακιόλι στην κάτσπρη αυλίτσα μυρωδάτη από τους βασιλικούς. Ο μπαρμπα-Αντώνης μέσα στην κάμαρα ,τυφλός (δεν βλέπει πλέον καθόλου) –ξαπλωμένος στο κρεβάτι κοντά στη σβηστή σόμπα ,στον τοίχο κρεμασμένη η παλιά του μαγκούρα και δίπλα του κάποιο παλιό τρανζιστοράκι παρέα στη μοναξιά του . Τον καλημέρισα τον χαιρέτησα και πιάσαμε την κουβέντα.

-  Πόσο χρονών είσαι μπαρμπα-Αντώνη ;
-  90 και κάτι ξέρω κι εγώ η ταυτότητα ξέρει.

-  Αλήθεια ,πες μου κάτι για τα νεανικά σου χρόνια;
-  Πήγα σχολείο μέχρι την Τρίτη τάξη και μετά το 1911 έφυγα για την Ύδρα υπηρέτης
   σε ένα μπακάλικο όπου κάθισα μέχρι το 1915.
   Κατόπιν πήγα στον Πειραιά και δούλευα αρτοποιός μέχρι το 1917 που πήγα φαντάρος.   
   Στην αρχή Φλώρινα και μετά Μικρά Ασία έφτασα μέχρι τον Σαγγάριο και μετά οπισθοχώρηση .
   Πρώτα Σμύρνη γύρισα στον Πειραιά το 1922.

  -  Γιατί χάσαμε τον πόλεμο μπαρμπα-Αντώνη;
  -  Αχ… ξέρω εγώ ,πήγαμε μέχρι τον Σαγκάριο και γυρίσαμε.Προπαγάνδα θάπεσε μέσα .
     Τέλος πάντων. Τι λέγαμε;  α ναι . Αφού ήλθα στον Πειραιά κάθισα 7-8 μήνες και μετά Χάρακα
     και   κούρνιασα εδώ. Μετά Αγιάννη –Κόκκινη Λούτσα –Μπογλέρι δούλευα μέρα και το βράδυ ,
    ύπνο στην Κόκκινη Λούτσα.
    Έκανα τον υλοτόμο παράλληλα έκανα κι άλλες δουλειές ,γεωργία ,κράταγα στρούγκα κ.λ.π.  
    Ήμουνα με τον Παναγιολάζαρο στην Κόκκινη Λούτσα είχαμε ένα βαρελάκι με κρασί ,
    το βάζαμε στη  στέρνα και το βράδυ το πίναμε.

  - Τώρα που τα θυμάσαι ...ήταν όμορφα κείνα τα χρόνια;
  -  Δύσκολα χρόνια μα πιο όμορφα.Επεμβαίνει στη συζήτηση η θεια – Λένη .
    Σώπα συ!εγώ θα τα πω! Φέρε ένα γκλούκι νερό να δροσιστώ λίγο.Την επαναφέρει στην τάξη
    ο  μπαρμπα Αντώνης .
   Ο κόσμος ήταν καλύτερος τότε ,πιο αγνός κι η ζωή τώρα που τη θυμάμαι ήταν όμορφη.
   Όταν πήγαινα στην Κόκκινη Λούτσα έβγαινα στην Τσεμπέριζα κι ερχόταν η μυρωδιά της ρίγανης
    και   δε σου ΄κανε καρδιά να φύγεις, μετά το μούντρι κι ερχόταν η μυρωδιά της αφάνας
    και έβγαινα στην Κόκκινη Λούτσα και έρχονταν η μυρωδιά του ελάτου ,ήταν όμορφα πολύ.
    Όμορφα παλιά χρόνια.
    Ο Χάρακας εκείνα τα χρόνια ήταν διαφορετικός τι να πρωτοθυμηθείς τον μπαρμπα – Καραγκιόζη
    με  τα αστεία του ,τον Ντάκοση και άλλους ,τώρα 5 κούκοι μείναμε .
   Θυμάμαι τώρα όταν έκοβα ξύλα στο βουνό τραγούδαγα-τραγούδαγα κι έκοβα ξύλα .
   Θα σου πω κι ένα τραγούδι πούλεγα

      «Επέρασα ένα πρωί από κει -επέρασα και σε καλημέρισα
         και νόμισες ότι σ’αγάπησα
       πλενόσουν και λουζόσουνα  -   στον καθρέπτη κοιταζόσουνα»

- Καμιά ιστορία παλιά θυμάσαι να μου πεις;
- Όταν είχα έλθει στο χωριό απ’την Αθήνα το 1922-1923 ο πατέρας μου με έστειλε να φυλάξω
   τα  κατσίκια μην πάνε στα χωράφια ,ήτανε κει στη Λεκαναγκέρα που αργότερα έφτιαξα
    το κρεβάτι όπως το λέω που ξαπόσταινα το απόγευμα αγναντεύοντας την παραπόλα.
   Να μην τα πολυλογώ με παίρνει ο ύπνος και αργότερα περνούσε από κει ο Ρούμελης .
   «Πού ναι ρε τα κατσίκια»μου λέει. «Ξέρω γω που είναι τώρα
     πριν καμιά ώρα εδώ ήτανε»του αποκρίθηκα.


- Θέλω να μου πεις τώρα γιατί σου έχει βγει το παρατσούκλι «Παπαλέκας»;
- Να σου πω. Όταν ήμουν στο στρατό έκανα και τον ψάλτη και με έβγαλαν
   πετρο-λέκα - Παπα-λέκα και από τότε μού μεινε.

  - Κάτι άλλο τώρα. Πριν κάμποσα χρόνια εκτός από τος άλλες ασχολίες σου , έκανες και
    εξαγωγές δοντιών ,ήσουν ο οδοντίατρος του Χάρακα ,και μάλιστα είχες ελαφρύ χέρι.
   Αλήθεια για πες μου γι αυτή την τέχνη;
-  Ο γιατρός ο Πετρολέκας Θεός σχωρέστον μου είχε δώσει μια δοντάγρα κάτι σαν τανάλια
   κι έβγαζα δόντια. Πρώτα-πρώτα απ’αυτόν έβγαλα 2 δόντια ,δεν πόνεσε και μου έδωσε
   το εργαλείο .Θα πρέπει να είχα ελαφρύ χέρι γιατί όποιος πόναγε κι είχε χαλασμένο δόντι
   σε μένα ερχότανε.

Η ώρα περνά ο μπαρμπα Αντώνης φαίνεται κουρασμένος ,η θεια –Λένη πήγε κάτι για το καλό να με τρατάρει.Στα γρήγορα φέρνει μια τσίπα ένα μελομακάρονο και δροσερό στερνίσιο νερό.
Πάμε στην άλλη κάμαρη στο σαλόνι με τον κομό και πάνω στους τοίχους φωτογραφίες – φωτογραφίες ,παππούδες-γιαγιάδες –πατεράδες –ο μπαρμπα –Αντώνης παλικαράκι παιδιά-εγγόνια η ζωή του σπιτιού ,η ελπίδα των γηρατειών και πάνω στο νυφικό κρεβάτι η «καλημέρα»της θεια-Λένης .16 χρονών το κέντησα ,μου ‘λεγε αργότερα.

 


- Πες μου θεια –Λένη και κάτι για σένα.
- Τι να πω εγώ Σπύρο μου ,εμείς είμαστε αγράμματοι-ντουβάρια.
  14 άτομα μεγαλώσαμε στο σπίτι χωρίς κρεβάτια με 2 σαίσματα ,μια τράβα παίρναμε
  για μαξιλάρι ,το βράδυ ξενυχτούσαμε λαναρίζοντας μαλλιά.
  Τα φαγητά μας ήταν : φακές –στάρι-κουκιά , αυτά τα χρόνια οι άνθρωποι πέθαιναν σαν
  τα μουλάρια.
  Όμως δεν πρέπει ο άνθρωπος να το βάζει κάτω πρέπει να κάνει κουράγιο .
  Θα σου πω μια ιστορία που ΄λεγαν οι παλιοί.

ΧΑΡΑΚΙΩΤΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΕΣ




γεννήθηκε  στο  χάρακα  το  1879 - εδώ εικονίζεται  με την γυναίκα  του  και τους  4 γιούς


                         ΛΕΩΝΙΔΑΣ  ΑΝΔΡ. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

  Ένας εκ των πιο προοδευτικών Ελλήνων Επιχειρηματιών των Νοτίων Πολιτειών.
’Ενας ικανότατος και έξυπνος έμπορος.Με τον αδελφό του Γεώργιον και τον Νικόλαο Νέζη ίδρυσαν την Ελληνοαμερικανική Εταιρεία στη Λεωφόρο Μόρρις την οποία διηύθηνε με αξιοσημείωτον ικανότητα και αξιοπρόσεκτον εμπορική τακτική.
Ο κ.Παπαγεωργίου κατάγεται εκ του ΄΄ονειρώδους΄΄ χωρίου Χάραξ της Επαρχίας Επιδαύρου Λιμηράς και είναι 33 ετών.
Ήλθε εις την πόλη μας αρκετά νέος ,προ δεκαεπτά ετών και συνεπώς απέκτησε αρκετή μόρφωση και Αμερικανική πείρα.Θεωρείται και αναγνωρίζεται ως ο μόνος Έλλην που ομιλεί, διαβάζει και γράφει ικανοποιητικά τα Αγγλικά στο Βίρμπιχαμ.
Είναι γραμματέας της Ελληνικής Κοινότητας και τις Κυριακές τον βλέπουμε στο ψαλτήρι της εκκλησίας.Είναι επίσης μέλος του Εμπορικού Επιμελητηρίου ,Αμερικανός πολίτης και ευτυχής σύζυγος .
Εχομε δι αυτόν μεγάλη εκτίμησιν και τον συνιστούμε εις τους αναγνώστας μας ως έναν ανερχόμενο Έλληνα Ευπατρίδην της Αlabama.
΄΄ Είχε νυμφευθεί (1910) την Ελένη Χείλαρη από το Λεωνίδιο και απέκτησε 5 γιους:τον Ανδρέα ,το Δημήτρη ,το Γεώργιο, τον Αριστοτέλη (πέθανε μικρός) και τον Παναγιώτη.
 Όταν επέστρεψε στην Ελλάδα (1921)απέκτησε και το 6ο παιδί ,τη μονάκριβη κόρη Σταματούλα που δεν ευτύχησε να δει γιατί πέθανε μικρή.
Στην Ελλάδα ασχολήθηκε με επιχειρήσεις ,το 1933 εδημιούργησε το γνωστό ξενοδοχείον ΑΧΙΛΛΕΙΟΝ στο Λουτράκι και το 1936 τον μεγάλο κινηματογράφο ΄΄ΟΡΦΕΥΣ΄΄ στην οδό Σταδίου των Αθηνών.
Επίσης υπήρξε ιδρυτής και πρώτος πρόεδρος του Ελληνοαμερικανικού Συνδέσμου με έδρα την Αθήνα.
 Ο ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ δεν υπήρξε μόνο ένας από τους αξιόλογους επιχειρηματίες της εποχής του ,ήταν άνθρωπος με μεγάλη εγκυκλοπαιδική μόρφωση και έχαιρε εκτιμήσεως στους υψηλούς κύκλους της Αθηναικής κοινωνίας (πολλάκις συναναστρέφετο και συνέτρωγε με τον Ελευθέριο Βενιζέλο).
Ακόμα αγαπούσε πολύ το χωριό μας και μια σημαντική εκδήλωση της αγάπης ήταν ότι έφερε στο χωριό τον ονομαστό αρχιτέκτονα Ορλάνδο ,ο οποίος ανέλαβε τα σχέδια της περίφημης εκκλησίας των Τριών Ιεραρχών.

ΟΙ ΠΕΡΙΦΡΟΝΗΜΕΝΟΙ ΦΙΛΟΙ ΜΑΣ



  Αγνοημένα και περιφρονημένα είναι σήμερα τα τετράποδα ,παρόλο που προσφέρουν μεγάλες υπηρεσίες στον τόπο μας ,τόσο στον καιρό της ειρήνης όσο και σε κάθε πόλεμο .
Αν όλοι γνωρίζαμε και συνειδητοποιούσαμε πόσο βοήθησαν τους χωρικούς μας αλλά και το στρατό μας ,η γνωστή φράση «είσαι μουλάρι» δεν θα ήταν βρισιά αλλά κοπλιμέντο.
Στον Ελληνο-ιταλικό πόλεμο τα πήρε ο στρατός .
Τα μουλάρια βοήθησαν σημαντικά στις νίκες του στρατού μας.
Χωρίς τα μουλάρια ,τα πυρομαχικά ,τα τρόφιμα και τα κανόνια του ορειβατικού πυροβολικού δε θα έφταναν στα χιονισμένα βουνά της Αλβανίας.
Εκατόν πενήντα χιλιάδες μουλάρια απ’όλη την Ελλάδα πήραν μέρος στον δοξασμένο αυτό πόλεμο.
Και η ιστορία των συμπαθών αυτών τετραπόδων δεν περιορίζεται στη σύγχρονη εποχή.
Ας γυρίσουμε χιλιάδες χρόνια πίσω στην Αττική τότε που έχτιζαν τον Παρθενώνα,το Ερέχθειο ,το Ναό της Απτέρου Νίκης και τα άλλα θαυμαστά οικοδομήματα ,θα ιδούμε ότι τα μουλάρια κουβαλούσαν τα μάρμαρα από την Πεντέλη.
Ζεμένα τέσσερα – τέσσερα έσερναν βαριές ξύλινες καρότσες ή δυο κορμούς κυπαρισσιών τοποθετημένους παράλληλα .
Καραβάνια μουλαριών πηγαινοερχόντουσαν χρόνια ολόκληρα Πεντέλη – Αθήνα.
Ο μεγάλος φιλόσοφος Αριστοτέλης αναφέρει αυτή τη συγκλονιστική λεπτομέρεια για τα μουλάρια της Αττικής:
 Ένα από αυτά που δέκα ολόκληρα το χρησιμοποιούσαν στη μεταφορά των μαρμάρων ,γέρασε.
Ο επιστάτης το λυπήθηκε και αποφάσισε να το αφήσει ελεύθερο.
Αλλά εκείνο,μαθημένο στη διαδρομή δε σταμάτησε ,ακολουθούσε τα άλλα που αγκομαχούσαν πέρα – δώθε ,λες και ήθελε να συμμεριστεί τα βάσανά τους .
Στη συνοικία των Αθηνών που πωλούσαν τα σιτηρά τους απαγορευόταν αυστηρά η είσοδος των ζώων.
Εξαίρεση έγινε για αυτό το μουλάρι ,που όλοι το τάιζαν με μπόλικο κριθάρι.
    Στο χωριό μας κατ’εξοχήν ορεινό και άγονο ,χωρίς κάμπους και δρόμους ,τα μουλάρια ήταν απαραίτητα και πολύτιμοι σύντροφοι και υπηρέτες.
Σχεδόν όλα τα σπίτια είχαν ένα ή περισσότερα μουλάρια .Με αυτά έκαναν όλες τις δουλειές τους,από τη βασική εργασία του οργώματος «καμάτι» -πολύ λίγοι χρησιμοποιούσαν βόδια όπως ο Κωτσοβάκης και ο Κορμαράκης –μέχρι όλες τις μεταφορές.
Με αυτά ή τα γαιδουράκια μετέφεραν από τα βουνά τους τόνους καυσόξυλα και το Χειμώνα ,τα δεμάτια από τα χωράφια στ’αλώνια όπου αν δεν υπήρχαν άλογα τα χρησιμοποιούσαν και στο αλώνισμα ,τον καρπό απ’τ’αλώνι στις κασόνες του σπιτιού ,και στη συνέχεια ,παλιότερα στους γύρω ανεμόμυλους και αργότερα στους νερόμυλους του Κυπαρισσιού για άλεσμα.
Τους τόνους άχυρα και σανό για τη χειμωνιάτικη τροφή τους ,όλα τα προιόντα εφοδιασμού των μαγαζιών ,όλα τα υλικά οικοδομών και τη δυσκολότερη μεταφορά που ήταν ξυλεία.
Να φανταστούμε το ανέβασμα από τις στενές «βόλτες» του Σταυρού σανιδιών και ξύλινων δοκαριών (τράβες)πολλών μέτρων.
Χρειαζόταν γερό μουλάρι και μεγάλη ικανότητα του αγωγιάτη (δεν μπορούσαν όλοι να την κάνουν αυτή τη δουλειά) ειδικός ήταν ο Λεούτσος.
Μια άλλη πολύ δύσκολη μεταφορά την οποία είχα παρακολουθήσει από κοντά στην Ύδρα ,στο μαγαζί του θείου μου Γιάννη Παπαγεωργίου ,ήταν η μεταφορά των βαρελιών από το μαγαζί που βρισκόταν ψηλά στο καίκι για να γεμίσουν μούστο από την Κάρυστο ,μεταφορά του μούστου με τουλούμια ,και πάλι ανέβασμα των βαρελιών μέσα από τα στενά δρομάκια της Ύδρας και όταν λέμε βαρέλια δεν εννοούμε 200 ή 500 κιλών αλλά για βαρέλια 1000 ή 1200 οκάδων .
Ήταν μια δύσκολη αλλά και θεαματική δουλειά μόνο για λίγους (ειδικός ο μακαρίτης μπαρμπα Γιάννης ο Βέγγος και ο γιος του με τα μουλάρια τους) .
Βεβαίως σημαντικό έργο εκτελούσαν τα μουλάρια ως μεταφορικά μέσα ανθρώπων.
Οι αγωγιάτες εκείνης της εποχής αντιστοιχούσαν στους σημερινούς ΄΄ταξιτζήδες΄΄.
Πεζοπορούσαν 5,10 ή και 15 ώρες ,Χάρακα ,Μολάους,Χάρακα Λεωνίδιο κ.λ.π και επιστροφή.


Ε ! όχι και νερό κυρά μου στα κολοκύθια !!


 

                                      
                                       ΘΥΜΗΣΕΣ ΠΑΛΙΕΣ Γράφει ο Γιώργος Κόκκορης

Η γενιά στην οποία ανήκουμε εμείς οι φτασμένοι τώρα στην Τρίτη ηλικία , ανδρωθήκαμε ζώντας απλή και φυσική ζωή,και προπαντός όσοι γεννηθήκαμε στα τότε χωριά της υπαίθρου,που δεν μπορούνε να συγκριθούνε καθόλου με τα σημερινά,ως προς την υποδομή τους γενικά.
Για εμάς τους Ζαρακίτες,οι δυνατότητες που είχαμε για δράση οικονομικού περιεχομένου,ήτανε περιορισμένες.
Προπολεμικά ο κάθε τότε νέος Ζαρακίτης που ήθελε να οικονομήσει λίγα χρήματα για να αγοράσει κάποιο κοστουμάκι,ρούχα ή κάποιο ζευγάρι παπούτσια της προκοπής για να μπορεί να εμφανίζεται στα πανηγύρια και στους γάμους των γύρω χωριών,εκτός από το σκάψιμο των αμπελιών στην αρχή της Άνοιξης ,ή κάποιο αγώγι με το μουλάρι ή άλογο ,(μεταφορά ανθρώπου ή εμπορεύματος) από χωριό σε χωριό,είχε και τη λύση να πηγαίνει και στα σύκα.
Κατεβαίναμε στα χωριά του Ασωπού,για το μάζεμα και το λιάσιμο των σύκων ,που τότε η παραγωγή εκεί ήταν μεγαλύτερη από τώρα..
Δεν είχανε γίνει τότε οι τωρινές γεωτρήσεις νερών ,που αλλάξανε οι καλλιέργειες και είναι περισσότερα τα ξυνόδεντρα και τα περιβόλια.
Το 1938 τον Αύγουστο ανάμεσα στους άλλους Ζαρακίτες που κατεβήκανε στα χωριά του Ασωπού για τα σύκα ,ήτανε κι ο Πισταμιώτης Παναγιώτης Αν.Κόκκορης ή ΄΄Αρκούδης΄΄.


Γνωστός και ακούραστος δουλευταράς ,αλλά και περήφανος σκληροτράχηλος Ζαρακίτης,που δεν δεχότανε ΄΄μύγα΄΄στο σπαθί του που λέει ο λόγος.
Φτάνοντας στην αγορά των Παπαδιανίκων,(Ασωπού)μαζί με τρεις κοπέλες Ζαρακίτισσες για εργάτριες ,βρέθηκε και ο κτηματίας ένας από τους δυνατότερους του χωριού , που του πρότεινε να δουλέψει για κείνον μαζί με την παρέα του.
Και χωρίς καθυστέρηση έπιασαν δουλειά.
Ο 19χρονος τότε Παναγιώτης δεν ήξερε τι θα πει κούραση ,και η δουλειά που έβγαζε ήταν για δύο και για τρεις και το αφεντικό ήταν ενθουσιασμένο από την επιτυχία της επιλογής που είχε κάνει ,και είχε τον εργάτη του με τις τρεις Ζαρακίτισσες στα ΄΄ώπα-ώπα΄΄ , και ΄΄γεια σου ρε λεβέντη Παναγιώτη΄΄.
Ενα μεσημέρι που τελειώσανε το μάζεμα από ένα κτήμα και έπρεπε να πηγαίνανε σε ένα άλλο,
ήτανε και η ώρα του φαγητού.
Το αφεντικό είπε στους εργάτες του να περνούσανε από το σπίτι του να φάνε ,και κατόπιν να πάνε στο άλλο κτήμα του.
Η σύζυγος του εργοδότη όμως όταν οι εργάτες φτάσανε στο σπίτι της ,μόλις είχε βγάλει από τη φωτιά τα κολοκύθια που είχε μαγειρέψει (είχε μπόλικα στο περιβόλι) και όπως ξέρουμε αυτά αργούνε να κρυώσουνε σχετικά ,για να μπορεί ο πεινασμένος δουλευτής ,ή ο κάθε βιαστικός να καταναλώσει.
Η αφεντικίνα όμως για να κερδίσει χρόνο εργάσιμης ώρας , θεώρησε σωστό να ρίξει κρύο νερό στα πιάτα με τα κολοκύθια ,χωρίς βέβαια να παραλείψει και εκείνο του Παναγιώτη.
Του οποίου το φιλότιμο άναψε και βρόντηξε ,και χωρίς να χάσει δευτερόλεπτο το πιάτο με τα κολοκύθια βρέθηκε στον απέναντι τοίχο του σπιτιού και έγινε θρύψαλα.
Και με ύφος που δεν άφηνε περιθώρια για συζήτηση της είπε:
Ε!όχι και νερό κυρά μου στα κολοκύθια!! Για τι μας πέρασες ; για αιχμάλωτους;
όχι κυρά μου ,είμαστε ελεύθεροι εργάτες και καλύτεροι άνθρωποι από εσάς!!
Και αμέσως πήρε τις τρεις εργάτριες μαζί του και έφυγε ,χωρίς να δεχτεί παιρετέρω εξηγήσεις ή προτάσεις αναμονής.

" Νιόνιος " ο βιολιτζής

 
 
«Αρμενάκι είμαι κυρά μου –πάρε με έλα πάρε με –και στην αγκαλιά σου μέσα βάλε με».
Αυγουστιάτικη βραδυά! του Σωτήρος. Πανηγύρι στο χωριό!
φίσκα η Πλατεία ! χορός ! μεθύσι! πεθαίνει απόψε ο Χάρος!
Κι ο Νιόνιος με το μαγικό του βιολί όρθιος –κι οι δοξαριές του πηγή χαράς –κεφιού.
Ίδιος κι απαράλλακτος όπως πριν 30 χρόνια!
Εγώ 7-χρονο παλικαράκι με κοντοπαντέλονο –μαγεμένος να τον ακούω –να τον ζηλεύω.
«Από μικρός είχα κλείσει στην μουσική όμως δεν μου δόθηκε η ευκαιρία
για κάτι καλύτερο γιατί ήμουν απομονωμένος στο Κυπαρίσσι».
Μούλεγε όλο παράπονο σε κάποιο διάλειμμα του γλεντιού.
Αλήθεια πόσα ταλέντα δεν πήγαν χαμένα στα κακοτράχαλα μέρη μας ;
Δεν πειράζει όμως «νιόνιο»βιολιτζή!
Έτσι κι αλλιώς εσύ και το βιολί σου γίνατε θρύλος !
Μα και κάτι άλλο συνάμα!
Το κέφι το μεθύσι –ο καημός δεν δίνονται με την τεχνική αρτιότητα απόδοσης μιας παρτιτούρας ,
από ένα πεντάγραμμο . Χρειάζεται μεράκι –αυθορμητισμός –ένστικτο!
Χορεύει η καρδιά κι όχι ο νους!    σ.π



Ξεκινώντας τη συζήτηση θάθελα να μου κάνετε ένα μικρό βιογραφικό σημείωμα .
Πότε,πού γεννηθήκατε ,λίγα λόγια για τη ζωή σας γενικά ,τις ασχολίες σας.

Γεννήθηκα το 1928 στο Κυπαρίσσι.Από μικρός είχα κλίση στη μουσική και έφτιαξα ένα αυτοσχέδιο βιολί ,σε ηλικία 10 ετών .
Αργότερα ο πατέρας μου μου αγόρασε ένα βιολί και από μόνος μου άρχισα να κάνω τα πρώτα βήματα.
Όμως δεν μου δόθηκε η ευκαιρία για κάτι καλύτερο γιατί ήμουν απομονωμένος στο Κυπαρίσσι κι επειδή η ζωή είχε ανάγκες ασχολήθηκα με πολλά επαγγέλματα.
Ξεκίνησα σαν τσαγκάρης κατόπιν ναυτικός ,ένα διάστημα σαν καταστηματάρχης και τελικά έχοντας τη θρυλική «βογκίλα» ακολούθησα το επάγγελμα του αυτοκινητιστή.
Παράλληλα ποτέ δεν σταμάτησα να ασχολούμαι με το βιολί παίζοντας σε όλες τις εκδηλώσεις που γίνονται στο Ζάρακα.


Εμένα μου κάνει εντύπωση που σε μια περιοχή σαν το Ζάρακα με μεγάλη απομόνωση και κύρια επαγγέλματα γεωργία-κτηνοτροφία ,ξάφνου ένας νέος ξεπηδά και ασχολείται με ένα μουσικό όργανο σαν το βιολί.Ποιες ήταν οι αιτίες τα ερεθίσματα κ.λ.π.;

  Αυτό δεν είναι παράξενο για μένα γιατί το ταλέντο ήταν έμφυτο και το βιολί δεν ήταν απλά μια ασχολία ,ήταν και είναι ένα κομμάτι από τη ζωή μου.
Δεν υπήρχε κάποια ιδιαίτερη αιτία ,παρά μόνο η αγάπη μου γι αυτό και η δική μου ικανοποίηση.

Αλήθεια υπάρχουν διαφορές στα γλέντια τα παλιά και σήμερα;
Πώς γλένταγαν παλιά και πώς τώρα;Τι άλλαξε;Θυμάσαι καμιά παλιά ιστορία ενδιαφέρουσα;

Βέβαια διαφορές υπάρχουν από τα παλιά γλέντια , ο κόσμος πιο λίγος απο  τώρα ,και πιο ζεστός στο σύνολον.Ο χορός άνοιγε πάντα με τους πιο ηλικιωμένους και παλιά τραγούδια.
Εμείς στη μέση του κύκλου χωρίς μηχανήματα ,αρχίζαμε από τις δύο το μεσημέρι και συνεχίζαμε με το λουξ μέχρι τις πρωινές ώρες.
Τώρα το τι άλλαξε λίγο πολύ όλοι το γνωρίζουμε ,και τις αλλαγές μας τις έχει φέρει ο καινούριος τρόπος ζωής όπως συμβαίνει και σε όλο τον κόσμο.
Ένα γεγονός που μου ΄ρχεται στο μυαλό τώρα έγινε στο γάμο του Γιάννη του Κόκκορη (Παστέλη).Μόλις γυρίσαμε από τη στέψη και ήρθαμε στην πλατεία για χορό ,ο παλιός συνάδελφος στο λαούτο Κώστας Ηλιόπουλος ήταν πολύ φίλαθλος και επειδή ήθελε να ακούσει κάποιον αγώνα από το ράδιο ξαφνικά τον χάσαμε.
Είχε πάει στο σπίτι του παπα-Γιώργη και άκουγε τον αγώνα χωρίς να το γνωρίζουμε.
Εμείς περιμέναμε να αρχίσει ο χορός κι όταν καταλάβαμε πού ήτανε τον εφώναξα από το μικρόφωνο ,και του είπα όταν ήρθε ότι άφησες το γάμο και πήγες για πουρνάρια.


Σε άλλα μέρη εκτός από τα νησιά ο χορός γίνεται με λίστα που δίνεται στα όργανα και χορεύουν τα σόγια .Εδώ από παλιά χορεύουν όλοι μαζί.Ποια είναι η αιτία;Πώς επικράτησε αυτή η συνήθεια;

  Αυτή η συνήθεια είναι από τα παλιά τα χρόνια που επικρατεί στο Ζάρακα ,είναι κάτι σαν το έθιμο του τόπου και παραμένει μέχρι σήμερα .

Παραδοσιακό ελληνικό όργανο είναι το κλαρίνο κι όμως λείπει από την ορχήστρα.
Είναι τυχαίο το γεγονός ή είναι νησιώτικη επιρροή;

  Θα έλεγα ότι είναι συνδυασμός και των δύο.Δεν έτυχε να ασχοληθεί κάποιος με το κλαρίνο αλλά παράλληλα είμαστε επηρεασμένοι απ’τη νησιώτικη μουσική.
Αυτό φαίνεται στις εκδηλώσεις μας ,όπου ακούγονται περισσότερο νησιώτικα τραγούδια.

Τα τελευταία χρόνια διαπίστωσα ότι η ορχήστρα έγινε οικογενειακή.
Ο γιος σας παίζει μπουζούκι και η νύφη σας τραγουδά.
Τελικά το μήλο έπεσε κάτω από τη μηλιά δηλαδή μεταφέρατε στο παιδί σας την αγάπη για τη μουσική ή είναι επαγγελματική επιλογή;

  Σίγουρα η αγάπη για τη μουσική πέρασε και στο γιο μου και πιστεύω να μην τελειώσει σε αυτόν να τη μεταφέρει κι αυτός στα παιδιά του.
Επίσης και η νύφη μου αγαπούσε το τραγούδι και τη μουσική πριν έρθει στην οικογένειά μας ,και τώρα συνεχίζει μαζί μας στις εκδηλώσεις του τόπου μας.

Σαν βγαίνει ένα καινούριο τραγούδι πώς το μαθαίνετε να το παίζετε;
Και γράφετε μερικά ένα-δυο από τα πιο παλιά τραγούδια που θυμάστε; Όπως γράψτε επιγραμματικά τα σημερινά σουξέ(πέντε-έξι) .

Τα τραγούδια τα μαθαίνω ακούγοντάς τα από τις κασέτες αρκετές φορές και μου τυπώνονται στο μυαλό .Στη συνέχεια σας γράφω δυο πολύ παλιά τραγούδια καθώς επίσης και τα σημερινά σουξέ που αρέσουν στον κόσμο.

 Μες στα ωραία Γιάννενα -  στο μώλο εκεί στη λίμνη
Γιαννιωτοπούλα πήγαινε πρωί - πρωί να πλύνει.
Χίλια καντάρια ζάχαρη θα ρίξω μες στη λίμνη
για να γλυκάνει το νερό να πιει η κυρα – Φροσύνη.

Μπαίνω μες στ’αμπέλι να τρυγήσουμε -  κόκκινα σταφύλια να πατήσουμε.
Μπαίνω μες στ’αμπέλι σαν τον άγγελο - να κι ο νοικοκύρης σαν το διάολο.
Κρέμεται η καπότα στην αλυγαριά -   ντέρτι και μαράζι που ΄χω στην καρδιά.

ΣΟΥΞΕ ΣΗΜΕΡΙΝΑ 1.Γιάντα να μη θέλεις 2.Οι αμπάρες 3.Ο ξένος 4.Εκατό καρδιές να είχα 5.Σαν το λουλούδι του βουνού




το Ζαρακίτικο ρουμπίνι ...



Θα σας φανεί παράξενο ,μα είναι αληθινό.
Στο Ζάρακα υπάρχουν ρουμπίνια.Να πώς το ανακάλυψα αυτό το περασμένο Καλοκαίρι.
Είχα πάει για ταξίδι σε ένα από τα χωριά μας.Ήταν πρωί όταν έφτασα και μόλις ξεπέζεψα από το μουλάρι τράβηξα για το μαγαζί του κυρ-Μανώλη.
Τον βρήκα να κουτσοπίνει με μια παρέα ,τον χαιρέτησα και τον παρακάλεσα να μου ετοιμάσει ένα καφέ με δυο ποτήρια νερό ,γιατί ήμουν διψασμένος από το δρόμο.
- Να σε χαρώ Νίκο ,μου λέει ,για καφέ είναι λιγάκι δύσκολο .
Η νοικοκυρά λείπει στο βουνό για ξύλα και φωτιά δεν υπάρχει .Αν θέλεις να πιεις κανένα κρασί.Είναι εξαιρετικό ,σπάνιο πράμα.
-Μα πρωί –πρωί είπα εγώ ,κρασί χωρίς μεζέ ;
-Έννοια σου και θα βρούμε και κανένα μεζέ.
Ανέβηκε στο σπίτι και σε λίγο γύρισε με δυο-τρεις ξερές κόρες ψωμί και ένα μεγάλο κεφάλι σκόρδο.Με μια γροθιά το σκόρδο σκορπίστηκε σε κομμάτια.όλοι από την παρέα άρπαξαν από ένα κομμάτι και ακαθάριστο το ΄βαλαν στο στόμα μαζί με ένα κομμάτι ψωμί κι άρχισαν το ροκάνισμα.Μουδιασμένα άπλωσα κι εγώ το χέρι μου ,επήρα ένα σκόρδο ,το καθάρισα και το ΄βαλα στο στόμα ,μα το κάψιμό του ήταν τέτοιο που δάκρυσαν τα μάτια μου.
- Τσουχτερό πράγμα ,όλο υγεία ,πετάχτηκε ένας μεσόκοπος με παχύ μουστάκι. Ο κυρ-Μανώλης εν τω μεταξύ έπλυνε καλά ένα δαχτυλάτο κατοστάρικο ποτήρι ,σήκωσε ψηλά την κανάτα με το κρασί και άφησε να χυθεί με ορμή σχηματίζοντας ένα σχύ αφρό.
- Άι ,το βλέπεις το ρουμπίνι; Έχω δίκιο να το παινεύω για όχι; Τέτοιο κρασί είναι σπάνιο.Αγνό,σκέτο ρετσίνο και μούστος ,καντηλάτο,δροσερό ,όλα τα χει.Όχι σαν τα δικά σας κρασιά της Αθήνας ,που ΄ναι φτιαχτά με φάρμακα και μπογιές.Να πιεις απ’αυτό και θα ξανανιώσεις.
-Εβίβα ,φώναξε ο μεσόκοπος με το παχύ μουστάκι και μονομιάς άδειασε το ξέχειλο κατοστάρικο ποτήρι ξερογλύφοντας ύστερα με τη γλώσσα το μουσκεμένο από το κρασί μουστάκι του.
Εγώ μια στιγμή στάθηκα σκεφτικός ,μα ο κυρ-Μανώλης μου ΄δωσε κουράγιο.
- Μην το σκέφτεσαι Νίκο .Μια και κάτω.Θα σου κόψει και τη δίψα ,γιατί είναι δροσερό από το υπόγειο.Πιε το και θα δεις τι κέφι θα κάνεις.
Επήρα την απόφαση.Ακούμπησα το ποτήρι στα χείλια μου και θες από τη δίψα ,θες από το κάψιμο του σκόρδου,θες από τα παινέματα του κρασιού ,έγειρα με ορμή το ποτήρι.Αυτό ήταν.Με μιας τα μάτια του θόλωσαν ,το ποτήρι γλίστρησε από τα χέρια μου ,το πιωμένο κρασί πετάχτηκε αφρισμένο από τη μύτη και το στόμα καταβρέχοντας όλη την παρέα ,ένας απότομος δυνατός βήχας μου ΄κοψε την αναπνοή και βαρύς σαν μολύβι σωριάστηκα χάμω.

κάποιος  χαρακιώτης  "στούπα "
μαγκιά  μεταπολεμική  - τραγούδι  του Καζαντζίδη
κρασάκι  αγιασμός -  έξω  ντέρτια
όλα  γλυκαίνουν - ακόμη  κι η ρημάδα  η ζωή
                                                      σ.π