LEKAS & DRIVAS






 Παραθέτω κείμενο του Αντώνη Παπαϊωάννου δημοσιευμένο στον ιστότοπο i/gr που 
αναφέρεται στον ευεργέτη του χωριού μας ΓΕΩΡΓΙΟ ΠΕΤΡΟΛΕΚΑ (Lekas) και πιο
 συγκεκριμένα στην εταιρεία που ίδρυσαν, με τον ξαδελφό του ΓΕΩΡΓΙΟ ΔΡΙΒΑ
(Drivas),στην Νέα Υόρκη τέλη 19ου αιώνα. Με αφορμή την ανάρτηση θα επανέλθω 
με κατάθεση σκέψεων /πρωτοβουλιών που πρέπει να ληφθούν ως ελάχιστος φόρος 
τιμής προς τον μεγάλο ευεργέτη .

Οι πρώτοι Έλληνες μετανάστες έφτασαν στην Αμερική στις αρχές και τα μέσα του
 18ου αιώνα, αλλά η μαζική μετακίνηση ξεκινά τη δεκαετία του 1860, με κύρια 
αναζήτηση τις καλύτερες συνθήκες διαβίωσης και την αξιοποίηση νέων ευκαιριών για
 οικονομική επιβίωση αρχικά και αποκατάσταση στη συνέχεια. Οι περισσότεροι από 
αυτούς εγκαταστάθηκαν σε αστικές περιοχές όπως η Νέα Υόρκη, το Σικάγο και η 
Βοστώνη, όπου άρχισαν να οργανώνονται σε κοινότητες και να ανοίγουν μικρές 
επιχειρήσεις για να αλληλοεξυπηρετούνται μεταξύ τους, αλλά και για να συντηρηθούν.
 Στην αρχή βρήκαν δουλειά σε εστιατόρια, αφού η εργασία στην κουζίνα δεν ήταν 
ελκυστική για τους Αμερικανούς. Σύντομα όμως έμαθαν τον τρόπο να διαχειρίζονται 
ένα εστιατόριο και εισάγοντας νέες ιδέες από την κουζίνα του τόπου τους άρχισαν να
 προκαλούν την περιέργεια των Αμερικανών. Στην αρχική τους μορφή τα εστιατόρια 
είχαν τη μορφή καφενείων, αφού αποτελούσαν στέκια συνάντησης των ομογενών, 
αλλά έγιναν δημοφιλή στους Αμερικάνους της εργατικής τάξης προσφέροντας χαμηλές
 τιμές, πλούσιες μερίδες και εξυπηρέτηση όλο το εικοσιτετράωρο. Καθώς όμως οι 
ελληνικές κοινότητες μεγάλωναν, μεγάλωνε και η νοσταλγία για πιο αυθεντικά πιάτα 
που τους θύμιζε το σπίτι στην Ελλάδα. Τα ελληνικά εστιατόρια άρχισαν να καθιερώνουνν 
παραδοσιακά φαγητά όπως ψητά κρέατα, θαλασσινά και επιδόρπια. Μέχρι τη δεκαετία 
του 1930, η ελληνοαμερικανική κουζίνα είχε γίνει μια ξεχωριστή κατηγορία στον κλάδο
 των εστιατορίων. Η καθιέρωση των ελληνικών πιάτων, αλλά και η μαγειρική ελληνικών
 φαγητών στο σπίτι, δημιούργησε την ανάγκη της προμήθειας πρώτων υλών από την
 πατρίδα. Πώς να φτιάξεις ένα λαδερό ελληνικό φαγητό αν δεν έχεις το λάδι από το χωριό; 
Πώς να φτιάξεις μια μακαρονάδα αν δεν έχεις την παραδοσιακή μυζήθρα να τρίψεις από
 πάνω της; Πώς να πιεις ένα ούζο ή μια ρετσίνα, χωρίς ελληνικές ελιές και λίγη φέτα και 
βέβαια αν δεν έχεις διαθέσιμο το τσίπουρο ή τη ρετσίνα; Κάποιοι έπρεπε να αναλάβουν να
 φέρουν αυτά τα προϊόντα στη νέα πατρίδα. Και αν αυτό μας φαίνεται βουνό, αν σκεφτούμε
                                     ότι μιλάμε για ευπαθή προϊόντα, για ταξίδι πολλών εβδομάδων με το πλοίο, για την ανάγκη                                                                            αποθήκευσης και συντήρησης, σε κάποιους δαιμόνιους Έλληνες επιχειρηματίες δεν φαινόταν                                    έτσι. Ήδη από την αρχή του περασμένου αιώνα εντοπίζουμε συστηματικά διαφημίσεις 
παντοπωλείων και εισαγωγικών οίκων που ανακοινώνουν κάθε τόσο την παραλαβή 
νέων προϊόντων Όπως έχουμε γράψει και σε άλλο άρθρο, οι Έλληνες, πριν τα εστιατόρια, 
είχαν επιδοθεί στην τέχνη της ζαχαροπλαστικής και σε μια κατηγορία καταστημάτων τα milk 
bar και τα candy shop. Έτσι αν ανατρέξουμε στις εφημερίδες του 1900 θα δούμε και 
χοροεσπερίδες Ελλήνων ζαχαροπλαστών που υποδηλώνουν την επαγγελματική τους 
καθιέρωση αλλά και πλήθος καταχωρίσεων από εταιρίες που διαθέτουν πρώτες ύλες σε
 Έλληνες ζαχαροπλάστες, με τη διαφορά ότι αυτές οι πρώτες ύλες δεν έρχονται από 
την Ελλάδα. Στο παρόν άρθρο μας ενδιαφέρουν οι πρώτοι Έλληνες εισαγωγείς στην 
Αμερική που φέρνουν προϊόντα από την Ελλάδα. Ο παλαιότερος οίκος φαίνεται πως ήταν
 η εταιρία lekas & drivaς  που ιδρύθηκε το 1892 και για την οποία θα αφιερώσουμε ειδικό 
κεφάλαιο στη συνέχεια Σύμφωνα με το «The Greek Community of New York City: Early
 Years to 1910» του Μάικλ Κοντόπουλου, «Η εταιρεία Λέκας και Δρίβας, που ιδρύθηκε 
το 1892, έγινε το θεμέλιο μιας μεγάλης επιχείρησης τροφίμων. Η έδρα της βρισκόταν στην 
οδό Ρούσβελτ 17.» Το ίδιο επιβεβαιώνει και το “Greeks in America..» του Τόμας Μπέρτζες.