Ο Ζάρακας δεν φαίνεται να κατοικήθηκε στα προιστορικά χρόνια ,εκτός βέβαια στα παράλιά του.
Σε αυτά ήκμασαν ,κατά τους ιστορικούς χρόνους ,δύο σημαντικές πόλεις:
Τα Κύφαντα (στη θέση που είναι σήμερα χτισμένο το Κυπαρίσσι)και ο Ζάρακας (στο σημερινό λιμάνι Γέρακας).
Όμως πολλά από τα σπήλαια ,που υπάρχουν στην παράκτια ζώνη του, φανερώνουν ανθρώπινη παρουσία και δραστηριότητα ,που αρχίζει από τη Νεολιθική τουλάχιστον περίοδο.
Πολλούς αιώνες αργότερα ,κατά την περίοδο των Σλαβικών επιδρομών (6ος και 7ος μ.Χ.αιώνας)μερικοί από τους Λάκωνες της ενδοχώρας –πιεζόμενοι από τους επιδρομείς Σλάβους- φαίνεται ότι κατέφυγαν και κατοίκησαν σε ορισμένες καλά επιλγμένες τοποθεσίες του Ζάρακα .
Αλλά και αργότερα –Βυζαντινά χρόνια-η καταφυγή αυτή στα βουνά συνεχίστηκε ,καθώς οι κάτοικοι υπέφεραν από επιδρομές και πειρατείες.
Έτσι ,δημιουργήθηκαν στον Ζάρακα ,κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα ,μικρά χωριά ,οι λεγόμενες σήμερα «Παλαιοχώρες» ή «Παλιόκαστρα»,όπως αυτές στη Ρηχιά ,στο Χάρακα και στο Κυπαρίσσι. Χτισμένες δε αυτές οι Παλαιοχώρες σε φυσικά οχυρωμένους τόπους ,εξυπηρετούσαν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο ορισμένες παροδικά δύσκολες καταστάσεις.Δεν είχαν βέβαια τους καιρούς εκείνους κάποια ιδιαίτερη οικιστική και πληθυσμιακή ανάπτυξη ,αποτέλεσαν όμως τους αρχικούς πυρήνες για μια μελλοντική κατοίκηση στους γύρω απ’αυτές. Για τις Παλιοχώρες αυτές δεν υπάρχουν ιστορικά στοιχεία ,εκτός βέβαια από τα οικιστικά λείψανά τους.Υπάρχουν όμως παραδόσεις και θρύλοι που μιλούν γι αυτές ,και μάλιστα με τρόπο επικό.
Έτσι ,για την Παλιοχώρα στη Ρηχιά λέγεται ότι η ιστορία άρχισε κατά τη διάρκεια των Τουρκικών επιδρομών ,το βράδυ κάποιου Μεγάλου Σαββάτου:
Όλοι οι χωριανοί βρίσκονταν στην εκκλησία για την Ανάσταση.
Εκείνο το βράδυ είχαν αποβιβαστεί στο λιμάνι του Γέρακα Τούρκοι πειρατές ,που λίγο αργότερα έφτασαν στη Ρηχιά ,περικύκλωσαν την Εκκλησία και τους συνέλαβαν όλους.
-Πάρτε μαζί σας τα κεριά της Ανάστασης …τους συμβούλεψε ο γεροντότερος ,καθώς τους αλυσόδεναν και τους έσερναν προς το λιμάνι,με προορισμό τα σκλαβοπάζαρα.
Ύστερα από ώρες και ενώ βρισκόταν κοντά στο λιμάνι ,ξέσπασε καταιγίδα και σταμάτησαν όλοι ,για να προφυλαχτούν όπως μπορούσαν.
-Βάλτε μας ,τους είπε ο γέρος ,σε αυτή τη σπηλιά εδώ δα και το πρωί που θα φέξει μας σηκώνετε πάλι…
Οι Τούρκοι δέχτηκαν . «Πού θα πάνε …»σκέφτηκαν , «αφού εμείς θα είμαστε μπροστά από τη σπηλιά και θα τη φυλάμε …».
Η σπηλιά όμως είχε και άλλη έξοδο ,απ’όπου βγήκαν νύχτα οι αιχμάλωτοι Ρηχιώτες με αναμμένα κεριά της Ανάστασης ,για να βρεθούν την άλλη μέρα όχι πια στο χωριό τους,αλλά οχυρωμένοι ψηλά στη ράχη του Μύνη ,ένα απότομο και απροσπέλαστο βουνό με σάρα από τη μεριά της θάλασσας.
Από εκεί λίγο αργότερα απέκρουσαν με πέτρες τους διώκτες τους,και παρέμειναν στο μέρος αυτό για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Κατασκεύασαν ένα πρόχειρο οικισμό από τούρλες ,αλλά και μια Εκκλησία αφιερωμένη στον Άγιο Δημήτριο.Και στη ράχη αυτή ,στην οποία κατοίκησαν ,την ονόμασαν ράχη της Αμύνης –ράχη του Μύνη σήμερα-από την αντίσταση και άμυνα που πρόβαλλαν.
Αργότερα ,το 1350 ,ο Ζάρακας θα δεχτεί πολλούς από τους Αλβανούς εποίκους,τους οποίους ,τους οποίους ο Δεσπότης του Μυστρά Θεόδωρος Παλαιολόγος δέχτηκε στα εδάφη που εξουσίαζε.
Αυτοί ,με την εργατικότητα και την επιμονή που τους διέκρινε ,κατόρθωσαν να κάμουν μαλακό και ήμερο τον ορεινό Ζάρακα :
Έσκαψαν και στέριωσαν χωράφια με πεζούλια ,καλλιέργησαν διάφορα προιόντα,και έκαμαν –έστω σ’αυτόν τον περιορισμένο βαθμό – παραγωγικές τις άγονες πλαγιές του βουνού.
Πάρα πολλούς όμως νέους κατοίκους δέχτηκε ο Ζάρακας κατά τη διάρκεια της Τουρκικής κατάκτησης.














































