HELLASTOCK
Δίκτυο φοιτητών Αρχιτεκτονικής - πλατφόρμα έρευνας και πειραματισμού.
Εφήμερη πόλη με απρόβλεπτους χώρους κατοίκησης ,
Λιτότητα - βασικό δομικό στοιχείο στην Αρχιτεκτονική πρόταση - στην ζωή μας.
στο λιμάνι του πειραιά - δίπλα στην πέτρινη αποθήκη του ΟΛΠ την Δευτέρα 1 Σεπτέμβρη
το βράδυ - στον δεύτερο όροφο μιας σκαλωσιάς σε αιώρα- κρεβάτι φιλοξενούμενος σε
κατασκευή της κόρης μου.
και απο την μπούκα του λιμανιού - δροσερό αεράκι αισιοδοξίας ,,,,,,,,,,,,,,,,
Ηρωικό φυτό........
Όταν στην άκρη του κρημνού ,στην άνυδρη πέτρα πιάσει ρίζα και φουντώσει με θριαμβικά λουλούδια μια παραπούνα κι ανθέξει στις ανεμοθύελλες ,στο λιοπύρι και στο ζεματιστό λίβα πρέπει να λογαριάζεται μέσα στο φυτικό βασίλειο ηρωικό φυτό.
Τίμησε στη σύντομη ζωή του και τη ζωή και την οικογένειά του.Τέτοια λαμπερή ,πλουσιοδότρα και ηρωική η σύντομη διάβαση από τη ζωή του Βασίλη Δημοσθένους Δασκαλάκη.
Γεννήθηκε μέσα σε ένα μονιασμένο χωριάτικο σπιτικό ,σε μικρό ταπεινό χωριό ,τον Κάβαλλο,ξέμακρα από τους διαβασμένους και τους φημισμένους.
Η μητέρα του,πανωραίο δεκαοχτάχρονο κοριτσόπουλο της Αρεόπολης ,από πατέρα Πετρουνάκο και μητέρα Μαυρομιχαλοπούλα ,παντρεύτηκε χωρίς πολλή συζήτηση με το δάσκαλο ,του γειτονικού εκείνου μικροχωριού.
Γιατί ήταν το μεγαλύτερο κορίτσι μιας οικογένειας από δεκατρία παιδιά και η μάνα της δεν είχε καιρό να πολυεξετάζει και να περιμένει.
Μια τόσο μεγάλη οικογένεια έπρεπε,όσο γινόταν γρηγορότερα να αραιώνει.Τα οικονομικά ήταν δύσκολα.Η διατροφή δεκατριών παιδιών στη Μάνη μέγα πρόβλημα.Με το δάσκαλο έφευγε κιόλας από το σπίτι ένα θηλυκό στόμα.......................................................ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΕΛΛΗΣ ΑΛΕΞΙΟΥ
Όταν με πήρανε από το σπίτι μας δεν ήμουνα παραπάνω από δώδεκα χρονώ.
Θυμούμαι πως εκείνο το Καλοκαίρι είχα τελιώσει το σχολαρχείο και με τοιμάζανε για το Γυμνάσιο.
Ο πατέρας μου ,αν και φτωχός ,το είχε απόφαση να με προχωρέσει στα γράμματα ,γιατί όλοι λέγανε πως τα ΄παιρνα πολύ ,και δεν είχα αλήθεια μείνει σε καμία τάξη ως τότε.
Μόνο να τον άφηνε ο Θεός στη ζωή ,έλεγε ,και θα δάγκανε την πέτρα ,θα ‘τρωγε ψωμί κι ελιά να με στείλει στο πανεπιστήμιο.
Κι αν είχα μυαλό ,θα γινόμουν μια μέρα κανένας επιστήμονας ,που να γλιτώσω απ’το χωριό και να ζήσω σαν άνθρωπος στις πολιτείες.
Από μητέρα είχα μείνει ορφανός από πολύ μικρός ,δε θα μουν ούτε δυο χρονώ τότε που πέθανε.όμως ο πατέρας μου είχε ξαναπαντρευτεί ,είχε πάρει μιαν ηλικιωμένη γυναίκα ,που δεν έκαμε παιδιά και με αγαπούσε καλύτερα από δικό της.
Ήτανε πολύ μετρημένη και πολύ άξια νοικοκυρά ,κι αν και η περιουσία μας ήτανε φτωχική δε μας έλειπε ωστόσο τίποτε από το σπίτι.
Η αποθήκη μας ,αποκάτω από τη σοφίτα ,ήτανε γεμάτη λαήνια με μέλι ,με λάδι, μ’ελιές ,στον τοίχο κρεμόντουσαν λογής λογής ταγάρια με κουκερικά ,κεντητάρια σκόρδα και πλεξάνες κρεμμύδια ,μάτσα φασκομηλιά και ρίγανη ,και στην άκρη άκρη ,πλάι στις μεγάλες σακούλες με τον καρπό κειτότανε πάντα ένα σωρούλι πατάτες και ένα ασκουλάκι τυρί ,που το τυροκομούσε η μητέρα μας κάθε Άνοιξη.
Περίσσα για να πουλούμε δεν είχαμε ,μα δεν αγοράζαμε και τίποτε ,όλα τούτα ήτανε από το χτηματάκι μας πάνω στην Αγία Τριάδα ,που το καλουργίζαμε μοναχοί μας.Έξω απ’αυτό είχαμε κι αμπέλι κάτω στις Ομαλές και κάμποσων κουβελιώ χωράφι.
Αληθινά ήταν πολύ καλοπίχερη γης το χτηματάκι μας ,με δυο μικρές μάνες νερό αναβρυστικό ψηλά προς το μέρος του λαγκαδιού ,με πενήντα εξήντα ρίζες ελιές και άλλα κλαδιά στη δώθε άκρη και με νοικοκυρεμένες λούρες περιβόλι και μποστάνι από το κάτω μέρος της εκκλησιάς.
Γύρω τριγύρω φύτρωναν βάτα και αθάνατοι και ήτανε φραγή και δεν περνούσε τίποτα.
.................................................................................................................................................
.............................................................................................................................................
Εδώ αναγνώστη, μεσολαβούν μερικά κεφάλαια ακόμα ,μερικά χρόνια ζωή ακόμα –αγώνας στα χέρια με τη Ζωή. .Αλλά αν καμιά φορά φωτιστεί και σένα ο νους σου και αποφασίσεις να ξεφύγεις από τα νύχια του μουγγού θεριού που σου είπανε για Μεγάλη Ζωή -κι αποφασίσεις να γυρίσεις στον ήλιο και στη γη και στον τόπο των πάππων σου –πρέπει να αναρωτηθείς πρώτα καλά καλά αν έχεις τη δύναμη του Μάκελ ,αν έχεις το κουράγιο να γίνεις το μικρό αδέρφι του Μάκελ.
Αυτός,για να μπορέσει να γυρίσει,μπόρεσε και γδύθηκε από όλα , δεν κράτησε τίποτα άλλο μέσα του πάρεξ την ψυχή του ,τον ήλιο και τη γη.
στην αυλή του μπάρμπα - Αντρέα ......
Καλοκαίρι του 1960 .
στην αυλή του μπάρμπα - Αντρέα - στον ίσκιο της κληματαριάς
ακόμα μυρίζουν οι μεζέδες .....
τα βράδια του σαββάτου .. των παιδικών μας χρόνων
και τις κυριακές μετά το σχόλασμα της εκκλησιάς
χιόνης - κωτσιφιφλής - γιωρτσιβίλης - κατσάκος - αντρέας ναύαρχος
και ο τάσος ντάμπασης ( μόνος εν-ζωή )
1 Μαίου 2014 ..... ένα δάκρυ
Ένα δάκρυ για τον μπάρμπα- Τζίμη
Η αλήθεια πως ήταν ο μεγαλύτερος της παρέας. Κάποιοι μας κάτω από τα είκοσι.
Κάποιοι πιο πάνω. Αυτός σαρανταδύο! Από σεβασμό κι αγάπη τον εφωνάζαμε μπάρμπα, κι από ασυλλογισιά!
Εγώ τότε νόμιζα πως χρειαζόνταν τρεις αιώνες να φτάσω τα σαρανταδυό, που μου φαινότανε πολλά, πάρα πολλά χρόνια. Το ίδιο θα νομίζανε και οι άλλοι και κάναμε μπάρμπα το Δημήτρη τον Ντεμίρη,πριν την ώρα του, κι ας μας έλεγε στην αρχή «μα γιατί δε με φωνάζετε σκέτα Τζίμη ή Δημήτρη;...».
Βέβαια, εξόν την ηλικία του, ήταν κι ο παλιότερος στην Αμερική. Εμείς οι άλλοι φρεσκοφερμένοι. Μυρίζαμε θυμάρι ακόμα, ξενάκια! Ξενάκια, και τόσο θέλαμε κάποιον, κάτι σαν πατέρα, σαν μεγάλο αδελφό, σαν θείο, και υιοθετήσαμε για κάτι τέτοιο τον μπάρμπα Τζίμη, γιατί τον αγαπούσαμε.
Όλοι μας τον αγαπούσαμε. Μα εγώ τον αγαπούσα απ ‘όλους πιο πολύ! Ήταν γιατί μου φαινόταν ήρωας ο μπαρμπα – Τζίμης, που ήρθε στην Αμερική το χρόνο που εγώ γεννήθηκα, κι όταν εγώ άρχισα να λέω ντα – ντα – ντα και μα- μα –μα, αυτός άρχισε να μιλάει τα αγγλικά και τώρα όποια λέξη ήθελες, την ήξερε! Κι ακόμα σπουδαιότερο κι ηρωικό μου φαινότανε που στον πόλεμο – στον πρώτο μεγάλο πόλεμο – αυτός ήταν με τον αμερικάνικο στρατό και λαβώθηκε στη Γαλλία και πήρε και παράσημα. Είδα και φωτογραφίες του με στολή αξιωματικού και γαλόνια.
Κι ήταν κι αμερικανός πολίτης και ψήφιζε ο μπαρμπα – Τζίμης, σαν ήτανε να βγάλουν πρόεδρο της Αμερικής, ψήφιζε! Όλα αυτά μου φαινόντανε τόσο σπουδαία τότε, τόσο ηρωικά.
«Μπαρμπα – Τζίμη, το ξέρεις πως ακόμα δε μας είπες την ιστορία, πώς τα πήρες τα γαλόνια και τα παράσημα, τότε που λαβώθηκες στη Γαλλία, στη Φλάντρα;
Νιώθω τέτοια περηφάνια για σένα, μια τέτοια περηφάνια!...».
Με κάρφωσε με τη ματιά του. «Νίτσα, παιδί μου, εγώ δεν είμαι της ηλικίας σου και δε νιώθω περηφάνια. Γιατί κατάλαβα πως ο πόλεμος δε λύνει κανένα πρόβλημα, και σαν τελειώνει, μαζί με τη φοβερή καταστροφή και την ορφάνια, αφήνει και το σπόρο για νέο πόλεμο, μεγαλύτερο από τον προηγούμενο. Ναι, δε νιώθω και τόση περηφάνια για κείνα τα παράσημά μου, μα έκαμα κι εγώ κάτι στη ζωή μου...».
Και νομίσαμε πως θα ήταν καμιά ιστορία ηρωική για παλέματα με μπούφαλους και φίδια δέκα πήχες, εκεί στα δάση του Όρεγκον που έκοβε ξυλεία τα πρώτα χρόνια που ήρθε στην Αμερική, είτε με φάλαινες και μέδουσες στους πάγους της Αλάσκας, όπου δούλεψε ένα χρόνο με τα ψαράδικα ο μπάρμπα – Τζίμης.
«Πες μας, μπαρμπα – Τζίμη, πες μας αυτή την ιστορία σου!...»
«Ήταν μετά που γυρίσαμε απ’ τον πόλεμο. Η κατάσταση άσκημη, όπως πάντα μετά από κάθε πόλεμο. Έπιασα δουλειά δεύτερος μάγειρας. Την εποχή εκείνη στα ρεστοράν και τα ξενοδοχεία δουλεύαμε δώδεκα ώρες την ημέρα, κι εφτά μέρες την εβδομάδα. Αν δε δούλεψες στην Αμερική, μέσα σε κουζίνα, δώδεκα ώρες την ημέρα κι εφτά μέρες τη βδομάδα, τότε τι θα πει κόλαση δεν έχεις ιδέα.
Φεύγει πάνωθέ σου κάθε ζωή και νιώθεις φορτίο το κορμί σου. Και σαν σκολάσεις, πού να κοιμηθείς απ’τα ταραγμένα νεύρα. Ακούς ακόμα το σερβιτόρο να ξεφωνίζει τις παραγγελίες, μαλώνεις με τον πιατά, το σαλατά, τον παραμάγερα! Οι πελάτες στέλνουν πίσω τις παραγγελίες – πολύ ωμή η μπριζόλα, πολύ ξεροψημένο το μπιφτέκι!- και, προτού ξεκουραστείς, στριγγλίζει το ξυπνητήρι!
Όταν κάποιος δικός μας, που δούλευε αυτός σε αμερικάνικο ρέστοραν μονάχα οχτώ ώρες την ημέρα κι έξι μέρες τη βδομάδα κι έπαιρνε μισθό μεγαλύτερο από το δικό μας, σκορπάει ένα ευαγγέλιο!
- Δε μας τα δώσανε, παλέψαμε και τα πήραμε! Να οργανωθείτε κι εσείς στα γρεκικά μαγαζιά και να απαιτήσετε να δουλεύετε σαν άνθρωποι! Τότες εγώ – αρχές του είκοσι – δούλευα σε εκείνο το μεγάλο ρεστοράν, αντίκρυ στο δημαρχείο, που το ‘χε ένας συγχωριανός μου.
Δε δέχτηκε μήτε να το ακούσει. - Είστε στα καλά σας; Οχτάωρο κι έξι μέρες τη βδομάδα και μισθό μεγαλύτερο!... Μα δε θα ‘στε καλά! Αποφασίσαμε να απεργήσουμε. Μεσημέρι αρχίσαμε. Και πάνω στη μεγάλη φούρια, που πέφτανε από το δημαρχείο οι υπάλληλοι κι ήταν κάργα το μαγαζί – δώδεκα και τέταρτο ακριβώς – μαγέροι, πιατάδες, σερβιτόροι, σαλατάδες, τηγανάδες, πετάμε όλοι τις ποδιές! - Αμάν, βρε παιδιά!... να με καταστρέψετε γυρεύετε, εμένα, το συμπατριώτη σας, που σας έδωσα δουλειά να ζήσετε; Βρε Δημήτρη, καίγονται τα κρέατα! Αμαρτία μεγάλη, Δημήτρη!...
ως το .......... 100
«Τι κάνεις για να κοιμηθείς;»
«Μετρώ.»
«Τι μετρας;»
«Εως τα εκατό.»
«Πώς;»
«Κλείνω τα μάτια και ενωνω τα δάχτυλα.»
«Και;»
«Τι και;»
«Κοιμάσαι;»
«Οχι»
«Τι κάνεις τότε;»
«Ξαναμετρώ.»
«Και κοιμάσαι;»
«Συνήθως όχι.»
«Αλλά;»
«Ξαναμετρώ και ξαναμετρώ.»
«Έως τα εκατό;»
«Πάντα.»
«Και;»
«Κάποτε κοιμάμαι.»
«Σε ποιον αριθμό;»
Ο ΧΑΡΑΚΑΣ ..... και ένα βιολί ..
Χάρακας … καλοκαιράκι
καμμια εικοσαριά χρόνια πριν .....
Το λουλούδι της παναγιάς … η περπατησιά της θεια – Τασίας
Ο βασιλικός στην σπασμένη στάμνα … το βλέμμα της κυρα –Βικτωρίας
Η ποδιά στην καρέκλα της θεια- Αντωνιάς…
Το καντηλάκι της θεια- Βασιλικής…. Ο καντηφές της θεια – Μηλιάς
Έχει ένα παράπονο … εδώ η ζωή
Και κείνα τα σπίτια …με τις σκεπές
Με τα σφαλιστά παράθυρα .............. Αν είχαν μιλιά ………………..
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)





















